Γιατί το σχολείο;

Αν διαβάσει κάποιος τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, θα διαπιστώσει ότι η μόνη έγνοια για την ερχόμενη σχολική χρονιά είναι ο κορωνοϊός και πώς τα σχολεία δεν θα κλείνουν με το πρώτο κρούσμα ή το ζήτημα του εμβολιασμού. Στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τον μεγαλύτερο θόρυβο τον κάνουν οι αντιεμβολιαστές, οι οποίοι είναι, από ό,τι φαίνεται, οι μόνοι γονείς που νοιάζονται τα παιδιά τους. Όσοι συμφώνησαν τα δικά τους παιδιά να εμβολιαστούν είναι ούτε λίγο ούτε πολύ «ασυνείδητοι». Ο διχασμός σε παγκόσμιο επίπεδο καλά κρατεί. Όμως η έναρξη του σχολικού έτους γεννά προβληματισμούς, τους οποίους θα ήταν καλό γονείς και παιδιά, ιδίως στις ηλικίες του Γυμνασίου και του Λυκείου, να συζητήσουν, διότι θέτουν την βάση για να έχει νόημα το σχολείο, πέρα από την υποχρεωτκότητά του ή πέρα από το «παρκάρισμα» των παιδιών, για να μπορούν οι γονείς να κάνουν την δουλειά τους.

Ας ρωτήσουμε οι μεγαλύτεροι τους νεώτερους «γιατί το σχολείο;». Είναι μόνο ένας σημαντικός, έστω, θεσμός κοινωνικοποίησης ή οδηγεί το παιδί σε ένα μεγάλο ταξίδι γνώσης, σκέψης, ελευθερίας; Το σχολείο υπάρχει για να δει ο άνθρωπος τον εαυτό του ως άτομο ή για να σπουδάσει τις προϋποθέσεις της κοινωνίας ως συνάντησης προσώπων, ως σχέσεων, ως «εμείς», όπου το εγώ φυσικά μπορεί να διακριθεί, να νικήσει, να χάσει και να πονέσει, αλλά, πρωτίστως, να συνυπάρξει; Το σχολείο υπάρχει ως ευκολία ή ως κόπος; Είναι για να παρακολουθεί την πραγματικότητα, το παρόν και το μέλλον, ή για να λειτουργεί και ως σπουδή του παρελθόντος, διά του οποίου φτάσαμε ως εδώ και μπορούμε να προχωρήσουμε; Βοηθά η πόλωση ανάμεσα σε θετικές και ανθρωπιστικές σπουδές; Είναι τα αρχαία ελληνικά άχρηστα; Είναι τα θρησκευτικά άχρηστα; Το μόνο που έχει αξία είναι η πληροφορική και η τεχνολογία, διότι έτσι ο νέος άνθρωπος θα βρει δουλειά και θα μπορεί να συμμετέχει στον πολιτισμό;

Το κυριότερο όμως ερώτημα είναι το αν έχει σημασία το πρόσωπο του δασκάλου και του καθηγητή για τον παιδί και τον έφηβο. Ο όποιος διδάσκων στις γενιές, κυρίως πριν την μεταπολίτευση, αντιμετωπιζόταν με έναν χαρακτήρα ιερότητας. Μπορεί η στάση του να ήταν αυταρχική, καταπιεστική, βάναυση. Ουδείς όμως διανοούνταν να αμφισβητήσει ότι το να μάθει γράμματα στα παιδιά ήταν μία ιερή αποστολή. Ο γονιός δεν έβλεπε το σχολείο με βάση το ποιος ήταν ο ίδιος, πόση μόρφωση είχε, ποια ήταν η κοινωνική του θέση, διότι το κλειδί δεν ήταν αυτός, αλλά η σχέση δασκάλου και μαθητή, η μαθησιακή διαδικασία με τα συμπαρομαρτούντα της και όχι η δική του άποψη. Κι ο κακός δάσκαλος ήταν μέσα στην ζωή. Το παιδί, καθώς μεγάλωνε, δεν θα έβρισκε πάντοτε πρόσωπα υποστηρικτικά ή με απόψεις ομόγνωμες. Έπρεπε να μάθει να επιβιώνει, να αντλεί και από τα δύσκολα, να ωριμάζει και μέσα από τον κόπο και την ταπείνωση. Σήμερα από πολλούς γονείς απουσιάζει η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του δασκάλου. Μόνο αυτοί γνωρίζουν, με αποτέλεσμα τα παιδιά να χάνουν ευκαιρίες ζωής, γενόμενα κακομαθημένα και εγωκεντρικά.

Ας μην λησμονούμε, τέλος, ότι τα τεχνολογικά μέσα βοηθούν την μάθηση, δεν υποκαθιστούν την σχέση. Κανένα webex δεν μπορεί να συγκριθεί με την διά ζώσης διδασκαλία. Τα ανοιχτά σχολεία χρειάζονται υπέρβαση του φόβου και της προκατάληψης. Είναι στο χέρι μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεα»

Στο φύλλο της Τετάρτης 8 Σεπτεμβρίου 2021