Ο Θεός και ο θάνατός μας

Ο θάνατος είναι ένα γεγονός το οποίο δεν θέλουμε, ότι και να κάνουμε δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε, είναι ξένο προς την φύση μας. Δεν είμαστε πλασμένοι για να πεθαίνομε, δεν μπορούμε να εξοικειωθούμε με την ιδέα ότι μια μέρα θα πεθάνομε και μεις. Παρόλο που το ξέρουμε και είμαστε βέβαιοι, αφού δεν υπάρχει κανένας που έμεινε αθάνατος. Ακόμα και ο ίδιος ο Θεός όταν έγινε άνθρωπος υπέταξε εκούσια τον εαυτό Του στον θάνατο. Άρα ούτε και σε μας υπάρχει ενδεχόμενο να μην γευθούμε την εμπειρία του θανάτου.

Παρά ταύτα όμως όσο και αν ακόμα μπορεί να προσπαθούμε να το έχουμε συνέχεια μέσα μας, εντούτοις κατά βάθος δεν τον δεχόμαστε. Δεν τον ενστερνιζόμαστε. Γιατί, δεν είμαστε πλασμένοι για τον θάνατον. Ο Θεός μας έκαμε να μην πεθαίνουμε. Μας έκαμε ο Θεός να ζούμε κοντά Του αιώνια μαζί Του χωρίς να γευθούμε θάνατο. Ο θάνατος, είναι έναν γεγονός το οποίον ο Θεός δεν το ευλόγησε, δεν το ηθέλησε, αλλά το άφησε να γίνει ως συνέπεια της πτώσης μας. Σαν συνέπεια της διακοπής της σχέσης μας με τον Θεό, εισήρθε στην ζωή μας το γεγονός του θανάτου. Έκτοτε όλοι οι άνθρωποι είμαστε υποταγμένοι στον θάνατον, και όχι μόνο στον θάνατον αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα δυσάρεστα τα οποία δυστυχώς συναντούμε στην ζωή μας. Δεν είναι μόνο ο θάνατος αλλά πολλά άλλα πράγματα δύσκολα συμβαίνουν γύρω μας. Και μας φαίνεται παράξενο πως η δικαιοσύνη του Θεού επιτρέπει να γίνονται πράγματα άδικα. Πεθαίνουν τόσα παιδιά καθημερινά, πεινασμένα, φτωχά, εγκαταλελειμμένα, μέσα σε αρρώστιες δύσκολες, άνθρωποι κατά εκατοντάδες και χιλιάδες πολλές φορές χάνονται, και ο άνθρωπος λέει: Ο Θεός πώς αφήνει να γίνονται αυτά τα πράγματα. Η δικαιοσύνη του Θεού δηλαδή που βρίσκεται; Και πολλές φορές φαίνεται ότι το άδικον θριαμβεύει, ότι το άδικον είναι αυτό που νικά και ότι ο δίκαιος χάνεται. Και ο δίκαιος φαίνεται αδικημένος στο τέλος, και η ανθρώπινη λογική, και η ανθρώπινη δικαιοσύνη επαναστατεί εναντίον αυτού του πράγματος. Δεν μπορεί να το δεχτεί.

Έχουμε δίκαιο να σκεφτόμαστε έτσι, αλλά θα είχαμε απόλυτο δίκαιο εάν δεν ξεχνούσαμε ότι πλέον ζούμε όχι όπως μας έπλασε ο Θεός, πριν από την πτώση, αλλά όπως δυστυχώς γίναμε μετά την πτώση μας. Μεταπτωτικά. Από την στιγμή που παραβήκαμε την εντολή του Θεού και διακόψαμε μόνοι μας την σχέση μας με τον Θεόν, από τότε και μετά, σαν συνέπεια, μπήκε η φθορά, ο θάνατος, ο πόνος, η θλίψη, η αρρώστια, η δυσκολία, και όλα αυτά εις την δική μας ζωή. Άρα ο Θεός δεν έπλασε τον θάνατο, άρα ο Θεός δεν θέλει τον θάνατο, ούτε τα κακά του ανθρώπου.