Τήν τέταρτη ἡμέρα, ὁ Κυντιανός τήν προσάγει στό δικαστήριο. Ἐκεῖ τῆς ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἂν δέν ὑπακούσει στό αὐτοκρατορικό διάταγμα καί δέν θυσιάσει στούς θεούς, θά θανατωθεῖ. Καμιά ὅμως ἀπειλή δέν ἔκαμψε τήν Ἁγία. Ὁμολόγησε καί πάλι τήν πίστη της στόν Χριστό καί ἐπέδειξε τίς θεραπευμένες πληγές της. Ὁ ἀπάνθρωπος τότε ἔπαρχος διέταξε νά ρίξουν γυμνή τήν Ἁγία πάνω σέ αἰχμηρά κεραμίδια, πού πάνω τους ἔκαιγαν κάρβουνα. Ξαφνικά, μεγάλος σεισμός ἔγινε στήν πόλη τῆς Κατάνης καί προξένησε πολλές ζημιές. Ἀνάμεσα στά θύματα ἦταν ὁ σύμβουλος τοῦ ἔπαρχου Σιλουανός καί ὁ φίλος του Φαλκόνιος. Μπροστά σέ αὐτήν τήν κατάσταση ὁ Κυντιανός διέταξε νά μεταφέρουν τήν Ἁγία στή φυλακή. Μέσα στό δεσμωτήριο ἡ Ἁγία προσευχήθηκε στόν Κύριο καί Τόν εὐχαρίστησε γιά τή δύναμη πού τῆς χάρισε. Καί μόλις τελείωσε τήν προσευχή της, παρέδωσε τό πνεῦμα της. Ἦταν τό ἔτος 251 μ.Χ
Ὁ λαός τῆς Κατάνης, ἔντονα θορυβημένος ἀπό τό γεγονός, διαμαρτυρήθηκε στόν ἔπαρχο. Στή συνέχεια, μετέφεραν τό τίμιο λείψανό της σέ ἀσφαλές μέρος. Τότε παρουσιάσθηκε ἕνας λευκοντυμένος νεαρός, ἄγνωστος στούς αὐτόχθονες, ὁ ὁποῖος κατευθύνθηκε πρός τόν τάφο τῆς Ἁγίας Ἀγάθης καί πάνω σέ μαρμάρινη πλάκα ἔγραψε τά ἑξῆς: «Νοῦς ὅσιος, αὐτοπροαίρετος τιμή ἐκ Θεοῦ, καί πατρίδος λύτρωσις». Οἱ παριστάμενοι εἶπαν ὅτι ὁ νεαρός ἐκεῖνος ἦταν ὁ Ἄγγελος τῆς Ἁγίας.
Ὁ λαός τῆς Κατάνης τιμοῦσε καί σεβόταν τήν Ἁγία. Ὡς ἀνταπόκριση στήν τιμή αὐτή, ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἔσωσε τήν πόλη της ἀπό τή φοβερή ἔκρηξη τοῦ ἡφαιστείου τῆς Αἴτνας. Οἱ κάτοικοι τῆς Κατάνης ἔτρεξαν στόν τάφο της καί ἀφοῦ πῆραν τή λάρνακα μέ τό ἅγιο λείψανό της, τήν ἔστρεψαν πρός τήν λάβα, πού ζύγωνε τήν πόλη καί ἔτσι ἀποσοβήθηκε ἡ συμφορά. Τό γεγονός αὐτό συνέβη στίς 5 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 252 μ.Χ., ἀκριβῶς ἕνα χρόνο μετά τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας.
Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό της, τό ὁποῖο βρισκόταν στό ἕβδομο τοῦ Βυζαντίου. Τά ἱερά λείψανά της μεταφέρθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη κατά τήν περίοδο τῶν αὐτοκρατόρων Βασιλείου Β’ (976 – 1025 μ.Χ.) καί Κωνσταντίνου Η’ (1025 – 1028 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ρόδον εὔοσμον, τῆς παρθενίας, νύμφη ἄφθορος, τοῦ Ζωοδότου, ἀναδέδειξαι Ἀγάθη πανεύφημε· τῶν ἀγαθῶν τήν πηγήν γάρ ποθήσασα, μαρτυρικῶς ἐν τῷ κόσμῳ διέπρεψας. Μάρτυς ἔνδοξε, λιταῖς σου θείαις ἀγάθυνον, τούς πόθῳ μεγαλύνοντας τούς ἄθλους σου.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Στολιζέσθω σήμερον ἡ Ἐκκλησία, πορφυρίδα ἔνδοξον, καταβαφεῖσαν ἐξ ἁγνῶν, λύθρων Ἀγάθης τῆς Μάρτυρος· χαῖρε, βοῶσα, Κατάνης τό καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Εἰς ὀσμήν τῶν μύρων σου τῶν τερπνῶν, ἔδραμον Σωτήρ μου, ἀνεβόας τῷ Ἰησοῦ, νομίμως ἀθλοῦσα, Ἀγάθη Ἀθληφόρε· διό τοῦ σοῦ Νυμφίου, τρυφᾷς τοῖς κάλλεσι.

Pin It