Ιούνιος 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄27-30)
3 Ἰ­ου­νίου 2018

   «Μνήμη δι­καίων μετ’ἐγ­κω­μίων» σή­μερα, ἀ­δελ­φοί μου, καὶ μὲ πολὺ σκέψη καὶ δυ­σκο­λία ἀ­πο­φα­σί­ζει κα­νεὶς νὰ μι­λή­σει στοὺς ἀν­θρώ­πους τῆς ἐ­πο­χῆς μας γιὰ τὴν ἁ­γι­ό­τητα, ἀ­φοῦ γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς ἔ­γινε μόνο μιὰ κοι­νω­νικὴ δύ­ναμη, ἡ Ἐκ­κλη­σία γνω­ρί­ζε­ται ὡς ἕ­νας θε­σμὸς καὶ δι­οι­κη­τικὴ ὀρ­γά­νωση καὶ ἡ ζωή μας ἔμ­πρα­κτα ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζει καὶ ἀ­πο­δο­μεῖ τὶς ἀ­ξίες, γιὰ τὶς ὁ­ποῖες ἄλ­λοι κά­ποτε ἀ­νά­λω­σαν καὶ θυ­σί­α­σαν ἀ­κόμα καὶ τὴ ζωή τους.

Ἡ ἁ­γι­ό­τητα ὡς στό­χος καὶ ἡ ἀ­νάγκη ποὺ ἔ­χουν οἱ και­ροί μας νὰ ἀ­πο­κτή­σουν ἁ­γί­ους δὲν μπο­ροῦν νὰ γί­νουν κα­τα­νο­ητά. Θὰ τὸ τολ­μή­σουμε ὅ­μως σήμερα μὲ τὴν εὐ­και­ρία τῆς ἑ­ορ­τῆς «πάν­των τῶν Ἁ­γίων», οἱ ὁ­ποῖοι ἀ­να­δεί­χθη­καν «κα­νό­νες πί­στεως» καί ζῶν­τας εὐ­αγ­γε­λι­κῶς στὸν κό­σμο πέ­τυ­χαν τὴ θέ­ωση καὶ τὴ μα­κα­ρι­ό­τητα.

    Ὁ Κύ­ριος δὲν μιλᾶ γιὰ τὴ σω­μα­τικὴ δίψα ἀλλὰ γιὰ τοὺς με­γά­λους καὶ ἀσί­γα­στους πό­θους τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς. Αὐ­τοὺς τοὺς πό­θους τοὺς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς «δίψα», γιὰ νὰ φα­νε­ρώ­σει πόσο ἔν­το­νοι εἶ­ναι,· δι­ότι ἡ δίψα εἶ­ναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἔν­τονα αἰ­σθή­ματα τοῦ ἀν­θρώ­που, ποὺ πρέ­πει σύν­τομα νὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ, γιὰ νὰ πα­ρα­μεί­νει ὁ ἄν­θρω­πος στὴ ζωή. Δὲν ἀν­τέ­χει χω­ρὶς νερὸ παρὰ ἐ­λά­χι­στες ἡ­μέ­ρες.

Μέσα ἀπὸ τὴν ση­με­ρινὴ ἑ­ορτὴ ἡ Ἐκ­κλη­σία «τιμᾷ τοὺς προ­λα­βόν­τας καὶ προ­τρέ­πει τοὺς πα­ρόν­τας» γιὰ μί­μηση τῶν ἁ­γίων, ἐ­πειδὴ οἱ ἅ­γιοι πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ὡς ἐν­δι­ά­με­σοι τύ­ποι γιὰ τὴ μί­μηση τοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­α­τη­ροῦν ἀ­νοιχτὸ τὸν δρόμο τῆς θε­ώ­σεως καὶ μαρ­τυ­ροῦν γιὰ τὴν πα­ρου­σία τοῦ Χρι­στοῦ μέσα στὸν κό­σμο. Οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σίας, ὡς μι­μη­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ, ὑ­πάρ­χουν ὡς πρό­τυπα καὶ δεῖ­κτες ποὺ δὲν προ­βάλ­λουν τὸ δικό τους ἐγώ, ἀλλὰ τὸ ἀ­φα­νί­ζουν, γιὰ νὰ φα­νε­ρω­θεῖ μέσα τους ὁ Χρι­στός. Οἱ ἅ­γιοι ζοῦν στὸν κό­σμο γιὰ τὸν Θεὸ καὶ δι­α­μορ­φώ­νουν τὴν προ­σω­πι­κό­τητά τους σύμ­φωνα μὲ τὸ θέ­λημά Του·«ἅ­γιοι, γί­νε­σθε ὅτι Ἐγὼ ἅ­γιος εἰμί».

Ἡ ζωὴ τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ ἰ­δι­αί­τερα τοῦ Χρι­στι­α­νοῦ, δεν εἶ­ναι στα­τικὴ ἀλλὰ δυ­να­μική. Δὲν εἶ­ναι δου­λικὴ ἀν­τι­γραφὴ ἀλλὰ προ­σω­πικὴ δη­μι­ουρ­γία. Κάθε προ­σω­πική, θε­τικὴ δη­μι­ουρ­γία ὅ­μως προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν ἀν­τι­γραφή. Ἀν­τι­γρά­φον­τας λοι­πὸν τοὺς ἁ­γί­ους μας βρί­σκουμε «τὸ ἴ­διον μέ­γε­θος», ἐ­πα­νερ­χό­μα­στε στὴν κατὰ φύση ζωὴ καὶ μὲ τὴν θρη­σκευ­τικὴ ἑ­ορτή, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ σπου­δαία πνευ­μα­τικὴ καὶ πο­λι­τι­στικὴ δύ­ναμη, δι­α­σώ­ζουμε τὴν ἰ­δι­αί­τερη φυ­σι­ο­γνω­μία καὶ ταυ­τό­τητά μας, στοι­χεῖα ποὺ μᾶς δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν πνευ­μα­τικὰ καὶ πο­λι­τι­στικὰ μέσα στὴν οἰ­κο­γέ­νεια τῶν ἐ­θνῶν.

Κάθε ἑ­ορτὴ ἁ­γίου τῆς Ἐκ­κλη­σίας ἐκ­πέμ­πει ἐ­πί­καιρο μή­νυμα, ἐ­πειδὴ προ­έρ­χε­ται ἀπὸ τὸν Χρι­στὸ τοῦ «χθὲς καὶ σή­με­ρον καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τοῦ Αὐ­τοῦ». Γι’᾿αὐτὸ καὶ μὲ τὴ φράση «πά­λιν καὶ πολ­λά­κις» τοῦ μυ­στη­ρίου τῆς Θείας Εὐ­χα­ρι­στίας, μυ­στα­γω­γεῖ­ται ἡ πνευ­μα­τικὴ προ­κοπὴ τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σίας καὶ ἡ ἀ­νά­δειξη καὶ προ­βολὴ τῶν ἁ­γίων της. Μέσα ἀπὸ τὴν ἑ­ορτὴ τοῦ κάθε ἁ­γίου ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πόσο θαυ­μα­στὸς εἶ­ναι ὁ Θεός, ὅ­ταν «ἐ­γείρῃ ἀπὸ γῆς πτω­χὸν καὶ ἀπὸ κο­πρίας ἀ­νυ­ψοῖ πέ­νητα» καὶ ὅτι «οὔκ ἐ­στιν ἐν ἄλλῳ οὐ­δενὶ ἡ σω­τη­ρία». Κέν­τρο λοι­πὸν τῆς ζωῆς τῶν ἁ­γίων καὶ τῆς κάθε ἑ­ορ­τῆς τους εἶ­ναι ὁ «φα­νε­ρω­θεὶς ἐν σαρκὶ Θεὸς» καὶ αὐ­τοὶ μαρ­τυ­ροῦν ὅτι ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶ­ναι κάποια νε­κρὴ φυ­σι­ο­γνω­μία τοῦ πα­ρελ­θόν­τος ἀλλὰ «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος, ὁ παν­το­κρά­τωρ». Οἱ ἅ­γιοι ξε­πη­δοῦν σὰν «τοῦ πο­τα­μοῦ τὰ ὁρ­μή­ματα», δι­α­σχί­ζουν τοὺς αἰ­ῶ­νες, δρο­σί­ζουν, πο­τί­ζουν καὶ ξε­δι­ψοῦν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ εὐ­φραί­νουν γῆ καὶ οὐ­ρανό. Ἑ­ορτὴ ἁ­γίων καὶ μί­μηση ἁγίων ση­μαί­νει τιμὴ ἁ­γίων καὶ ἀ­κόμα ὅτι ἡ πνευ­μα­τικὴ προ­κοπή μας, ὡς με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σίας, πρα­γμα­το­ποι­εῖ­ται στὸ μέ­τρο ποὺ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦμε τὴν ἔν­ταξή μας σ’᾿ Αὐ­τόν. Μί­μηση τῶν ἁ­γίων μας δὲν ση­μαί­νει ἁ­πλῶς ἐ­πι­στροφὴ στὸ ἱστο­ρικὸ πα­ρελ­θὸν τῆς πα­ρου­σίας ἐ­κεί­νων οὔτε με­τα­φορά τους ὡς ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κῶν θη­σαυ­ρῶν στὸ πα­ρὸν καὶ στὸ μέλ­λον ἀλλὰ ἀ­πο­δοχὴ τῆς πα­ρου­σίας τους ὡς με­λῶν τοῦ ἑ­νι­αίου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἀ­πο­ποί­ηση, ἀ­πο­μά­κρυνση ἀπὸ τὴν πο­λύ­τροπη ἁ­μαρ­τία. Οἱ χρι­στι­α­νι­κὲς ἑ­ορ­τὲς καὶ ὅ­λοι οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι τὰ γε­φύ­ρια ποὺ μᾶς συν­δέ­ουν μὲ τὸ χθὲς τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζωῆς καὶ ὅ­σοι ἀπὸ μᾶς λη­σμο­νοῦμε καὶ δεν τὸ ἀ­ξι­ο­ποι­οῦμε δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ στε­ρι­ώ­σουμε τὰ γεφύ­ρια ποὺ θὰ μᾶς ὁ­δοι­πο­ρή­σουν στὸ μα­κά­ριο αὔ­ριο.

Ἡ ση­με­ρινὴ ἑ­ορτή «πάν­των τῶν Ἁ­γίων» ἂς γί­νει ἀ­φε­τη­ρία πνευ­μα­τι­κοῦ ἀ­νε­φο­δι­α­σμοῦ καὶ ἡ­ρω­ϊ­κῶν ἀ­πο­φά­σεων. Ἂς προ­σευ­χη­θοῦμε θερμὰ νὰ ἀ­να­δει- χθοῦμε καὶ ἐ­μεῖς, μὲ τὶς ἱ­κε­σίες τους, μι­μη­τές τους «κατὰ τὸν κα­λέ­σαντα ἡ­μᾶς ἅ­γιον» καὶ νὰ γί­νουμε «τέ­λειοι ὥ­σπερ ὁ πα­τὴρ ἡ­μῶν ὁ ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς», δι­ότι μό­νον τότε δοξά­ζε­ται τὸ ὄ­νομα τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ ἀπὸ᾿τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ μετα­βά­λον­ται οἱ ἑ­ορ­τές τῶν ἁ­γίων σὲ φά­ρους ποὺ φω­τί­ζουν καὶ λε­ω­φό­ρους θεώ­σεως ποὺ δεί­χνουν τὸν Θεό.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. δ΄ 18-23)
10 Ἰ­ου­νίου 2018

 

Ἡ ση­με­ρινὴ Εὐ­αγ­γε­λικὴ πε­ρι­κοπή, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζει τὴ σκηνὴ ποὺ Χρι­στὸς ἀ­να­ζη­τεῖ καὶ κα­λεῖ τοὺς πρώ­τους μα­θη­τές Του «παρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λαίας», μέσα σὲ ἕνα πε­ρι­βάλ­λον κα­θη­με­ρινὸ καὶ ἁ­πλὸ. Οἱ πρῶ­τοι στοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ μό­χθου, γνή­σιοι, ἀλη­θι­νοί, ἀ­νε­πι­τή­δευ­τοι καὶ ὁ­πωσ­δή­ποτε μὲ δι­α­φο­ρε­τικὴ ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σία με­ταξύ τους.

Ὁ Θεὸς μᾶς κα­λεῖ στὴν ὕ­παρξη, ἐ­πειδὴ μᾶς ἀ­γαπᾶ, πρὶν ἀ­κόμη μᾶς δη­μι­ουρ­γή­σει, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς γνω­ρί­ζει, πρὶν μᾶς φέ­ρει στὴν ζωή. Αὐ­τὸς ποὺ μᾶς καλεῖ εἶ­ναι ὁ Λό­γος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χρι­στός. Δὲν μᾶς κα­λεῖ στὴν ὕ­παρξη, γιὰ νὰ γεν­νη­θοῦμε καὶ νὰ πε­θά­νουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζή­σουμε καὶ νὰ σω­θοῦμε, δη­λαδὴ γιὰ νὰ ἑ­νω­θοῦμε μαζί Του σὲ μιὰ ἀ­τέ­λει­ωτη ζωή. Ἡ κλήση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἕνα μυστή­ριο, ἔργο τοῦ θε­λή­μα­τος καὶ τῆς πρό­γνω­σης τοῦ Θεοῦ «οὐχ ὑ­μεῖς με ἐ­ξε­λέ­ξα­σθε, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐ­ξε­λε­ξά­μην ὑ­μᾶς».

Αὐτὸ τὸ κά­λε­σμα ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὸν κάθε ἄν­θρωπο ξε­χω­ρι­στά, μὲ δι­α­φο­ρε­τικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ κοινὸ σκοπό τὴν βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ. Ὅ­ταν ὁ Θεὸς μᾶς δι­α­λέ­γει καὶ μᾶς ἐ­κλέ­γει, ὅ­ταν Ἐ­κεῖ­νος μᾶς κα­λεῖ, σέ­βε­ται τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τητα τῆς προσωπι­κό­τη­τάς μας. Δὲν πα­ρα­βλέ­πει τὸ γε­γο­νὸς ὅτι ὁ κα­θέ­νας ἀπὸ ἐ­μᾶς εἶ­ναι μο­να­δι­κὸς καὶ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτος. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἐ­λευ­θε­ρία μας, δὲν μᾶς ἰ­σο­πε­δώ­νει καὶ δὲν μᾶς ἐ­ξι­σώ­νει μὲ ἄλ­λους.

Μέσα ὅ­μως στὸ μυ­στή­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σίας κα­λού­μα­στε νὰ χω­ρέ­σουμε ὅ­λοι, κλει­στοὶ καὶ ἀ­νοιχ­τοὶ τύ­ποι χα­ρα­κτή­ρων, πρό­σχα­ροι καὶ σο­βα­ροί, ἐ­πι­ει­κεῖς καὶ αὐ­στη­ροί, εὐ­αί­σθη­τοι καὶ δυ­να­μι­κοί, ὅ­ποιοι καὶ ἂν εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, ὅ­ποιοι καὶ ἂν εἶ­ναι οἱ ἄλ­λοι, οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἀπὸ ἐ­μᾶς. Οἱ μα­θη­τὲς δέ­χθη­καν ἀ­μέ­σως τὴν κλήση τοῦ Χρι­στοῦ, ἀν­τα­πο­κρί­θη­καν αὐ­θόρ­μητα καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τικά. Γι­ατὶ ἆ­ραγε; Ἐ­πειδὴ ἦ­ταν κα­λο­προ­αί­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι. Ἡ ἀ­πάν­τησή τους στὴν κλήση τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν πράξη προ­θυ­μίας καὶ ὑ­πα­κοῆς. Ἐμ­πι­στεύ­θη­καν τὸν Χρι­στὸ καὶ πα­ρα­δό­θη­καν στὸ θέ­λημά Του καὶ στὴν ἀ­γάπη Του.

Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι πάντα κα­θαρὰ προ­σω­πική. Ἀγ­γί­ζει τὸ κέν­τρο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τὸν πυ­ρήνα τῆς ὕ­παρ­ξής μας. Ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ δὲν εἶ­ναι φι­λο­σο­φία οὔτε ἀ­κα­τα­νό­ητη θε­ο­λο­γία, ὅ­πως, δυ­στυ­χῶς, κά­ποτε τὸν με­τα­ποιοῦμε ἀνού­σια ἐ­μεῖς. Ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­χει πάν­τοτε ἀ­με­σό­τητα μὲ τὰ ἐν­δι­α­φέ­ροντα καὶ τὴν ζωὴ τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦμε ὅτι στοὺς ἀ­κρο­α­τές Του, ποὺ σκέ­πτον­ται τὸν θε­ρι­σμό, ὁμιλεῖ γιὰ τὸν πνευ­μα­τικὸ θε­ρι­σμό. Στὴν Σα­μα­ρεί­τιδα ποὺ πῆγε γιὰ νερὸ στὸ πη­γάδι, κά­νει λόγο γιὰ τὸ «ὕ­δωρ τὸ ζῶν». Στοὺς ψα­ρά­δες ποὺ τοὺς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἡ ἐρ­γα­σία τους, γιὰ μία δι­α­φο­ρε­τικὴ πα­ρά­δοξη καὶ θαυ­μα­στὴ ἁ­λι­εία.

«Οἱ δὲ ἀ­φέν­τες ἅ­παντα ἠ­κο­λού­θη­σαν τὸν Χρι­στό». Ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὰ πάντα καὶ ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν Χρι­στό. Δὲν ἦ­ταν μὲ κα­νέ­ναν καὶ μὲ τί­ποτε στὸν κό­σμο τόσο δε­μέ­νοι ὅσο μπό­ρε­σαν νὰ δε­θοῦν μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ νὰ πα­ρα­δο­θοῦν στὴν ἀ­γάπη Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅ­ποιος ἀ­κο­λου­θεῖ πρα­γμα­τικὰ τὸν Χρι­στὸ δὲν προ­τρέ­χει οὔτε στέ­κε­ται μα­κριά του, ἀλλὰ ἀ­πο­δε­σμεύ­ε­ται ἀπὸ πρό­σωπα, πρά­γματα καὶ κα­τα­στά­σεις καὶ ζεῖ μιὰ και­νούρ­για πρα­γμα­τι­κό­τητα. Βι­ώ­νει τὴν ἐ­σω­τε­ρικὴ ἐ­λευ­θε­ρία, ποὺ πηγά­ζει ἀπὸ τὴν ἀ­κλό­νητη πί­στη καὶ βε­βαιότητα ὅτι ἔ­χει βρεῖ τὴν ἀ­λή­θεια ποὺ ἐλευ­θε­ρώ­νει ἀπὸ ὅλα ὅσα κα­θη­με­ρινὰ τὸν πε­ρι­κυ­κλώ­νουν. Πρά­γματι, ὅσο ὡ­ρι­μά­ζουμε καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­νό­μα­στε ἐ­σω­τε­ρικά, συ­νει­δη­το­ποι­οῦμε ὅτι ἡ πο­λυ­συ­ζη­τη­μένη ἐ­λευ­θε­ρία τὴν ὁ­ποία ὁ κό­σμος ἐ­πι­δι­ώ­κει καὶ ὁ πο­λι­τι­σμὸς προ­βάλ­λει ὡς βασικὸ σύν­θημα εἶ­ναι ἐ­ξω­τε­ρική, σχε­τικὴ καὶ πε­ρι­ο­ρι­σμένη, ἐ­πειδὴ εἴ­μα­στε αἰ­χμά­λω­τοι πε­ρι­στάσεων καὶ συν­θη­κῶν μέσα στὶς ὁ­ποῖες ζοῦμε, τῆς κλη­ρο­νο­μικότη­τας καὶ τῆς ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σίας μας, τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τός μας, ἀλλὰ καὶ ὁ­τι­δή­ποτε ἄλ­λου μᾶς δε­σμεύει καὶ μᾶς ὑ­πο­τάσ­σει σ’ αὐτό. Ἄλ­λω­στε, δὲν πρέ­πει νὰ ξε­χνᾶμε ὅτι δὲν εἴ­μα­στε ἐ­λεύ­θε­ροι στὰ σύ­νορα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θα­νά­του. Κα­νεὶς δὲν μᾶς ρωτᾶ πότε, ποῦ καὶ ἀπὸ ποι­οὺς θὰ ἔρ­θουμε στὴ ζωὴ, ἀλλὰ οὔτε πότε, ποῦ καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ φύ­γουμε ἀπὸ αὐ­τήν.

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­δελ­φοί, μόνο ὅ­ταν θε­λη­μα­τικὰ ἀ­πο­δε­χθοῦμε τὴν κλήση τοῦ Χρι­στοῦ, μπο­ροῦμε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦμε ἀπὸ κάθε δου­λεία, γιὰ νὰ ζή­σουμε τὴν «ἐ­λευ­θε­ρία τῆς δό­ξης τῶν τέ­κνων τοῦ Θεοῦ». Ἀ­μήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. στ΄ 22-33)
17 Ἰ­ου­νίου 2018

 

Ἡ Εὐ­αγ­γε­λικὴ πε­ρι­κοπὴ ποὺ ἀ­κού­σαμε σή­μερα, ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­δελ­φοί, ἀ­πο­τε­λεῖ τμῆμα τῆς ἐπὶ τοῦ ὄ­ρους ὁ­μι­λίας τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἔ­χει ὡς κεν­τρικὸ θέμα τὴν ἀ­γω­νι­ώδη μέ­ρι­μνα τῶν ἀν­θρώ­πων γιὰ τὴ ζωή, ἔ­ναντι τῆς ὁ­ποίας ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τὴν ἀ­πό­λυτη ἐμ­πι­στο­σύνη στὴν πρό­νοια τοῦ Θεοῦ. Εὔ­λογα ὅ­μως ἀ­κού­γον­τας αὐτά, θὰ δι­ε­ρω­τη­θεῖ κα­νεὶς μή­πως ἔτσι κα­τα­δι­κά­ζε­ται ἡ προ­σπά­θεια τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἑ­αυτό του καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του. Θὰ ἦ­ταν αὐ­το­νό­ητα πα­ρα­νό­ηση τοῦ λό­γου τοῦ Θεοῦ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξει κα­νεὶς κάτι τέ­τοιο. Ἡ φρον­τίδα γιὰ τὴ ζωὴ δὲν ἀ­πορ­ρέει μόνο ἀπὸ τὴ στοι­χει­ώδη λο­γική, ἀλλ’ ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ἐν­τολὴ τοῦ Θεοῦ.

Σή­μερα βέ­βαια ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει με­τα­βάλει αὐτὴ τὴ φρον­τίδα ἀπὸ μέσο δι­α­τή­ρη­σης τῆς ζωῆς σὲ σκοπὸ καὶ πε­ρι­ε­χό­μενο τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ Χρι­στὸς λέει: «οὐ δύ­να­σθε Θεῷ δου­λεύ­ειν καί μα­μωνᾷ» (Μτθ. 6,24). Ὁ Θεὸς κι ὁ μα­μω­νᾶς δὲν εἶ­ναι δύο ἰ­σό­τιμα καὶ ἰ­σο­δύ­ναμα μέρη. Δι­α­φέ­ρουν ρι­ζικὰ καὶ οὐ­σι­α­στικά. Ὁ Θεὸς εἶ­ναι πρό­σωπο, Πα­τέ­ρας, ποὺ δί­νει ἀ­γάπη καὶ ζωή, ποὺ κά­νει σύν­τροφο καὶ συ­νο­μι­λητή του τὸν ἄν­θρωπο. Ὁ μα­μω­νᾶς εἶ­ναι πρᾶ­γμα ἄ­ψυχο, χω­ρὶς ζωὴ καὶ ἀ­γάπη, χω­ρὶς ἴ­χνος ἀν­θρω­πιᾶς, ποὺ κά­νει τὸν ἄν­θρωπο ὅ­μοιό του, δη­λαδὴ ἄ­ψυχο πρᾶ­γμα. Τὸ δί­λημμα λοι­πὸν δὲν εἶ­ναι νὰ δι­α­λέ­ξει κα­νεὶς ἕνα κύ­ριο, ἀλλὰ νὰ δι­α­μορ­φώ­σει τὴν προ­σω­πι­κό­τητά του ἤ νὰ τὴν ἀρ­νη­θεῖ, νὰ προ­τι­μή­σει τὸ εἶ­ναι ἤ τὸ ἔ­χειν, τὴ ζωὴ ἤ τὸ θά­νατο. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἠ­θικὴ ἐ­πι­λογὴ τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλὰ γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φωσή του σὲ ἄν­θρωπο ἤ ὄχι. Ὅλα ὅσα ἀ­κο­λου­θοῦν εἶ­ναι ἁ­πλὲς συ­νέ­πειες, ἐκ­δη­λώ­σεις ποὺ δεί­χνουν τί προ­τί­μησε ὁ ἄν­θρω­πος.

Αὐ­τὲς τὶς συ­νέ­πειες μᾶς δεί­χνει στὴ συ­νέ­χεια τῆς πε­ρι­κο­πῆς ὁ Χρι­στὸς μ’ ἕνα πα­ρά­δει­γμα ἀπὸ τὴν κα­θη­με­ρινή μας ζωή. Ὅ­λος ὁ κό­πος κι ἡ φρον­τίδα μας εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­κτή­σουμε, νὰ ἔ­χουμε, νὰ κα­τέ­χουμε. Νὰ κα­τέ­χουμε ὅσα χρει­α­ζό­μα­στε σὲ ὅλα τὰ ἐ­πί­πεδα τῆς ζωῆς, ἐ­πειδὴ δῆ­θεν αὐτὰ δι­α­σφα­λί­ζουν τὸ μέλ­λον μας. Ἀ­κόμα κι οἱ δι­α­προ­σω­πι­κές μας σχέ­σεις αὐ­τὴν τὴν βα­θύ­τερη δι­ά­θεση ἐ­ξω­τε­ρικὰ ἐκ­φρά­ζουν.

Συ­νη­θί­ζουμε νὰ το­νί­ζουμε τὸ πόσο μᾶς ἀ­γα­ποῦν, παρὰ τὸ πόσο ἀ­γα­ποῦμε. Τό ἴ­διο κά­νουμε με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ μὲ τὸν Θεό, ὅ­ταν φυ­σικὰ τὸν θυ­μό­μα­στε. Ζη­τοῦμε νὰ πά­ρουμε, χω­ρὶς ποτὲ νὰ δί­νουμε.

Εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νερο, ἀ­γα­πη­τοί μου, πὼς ἔ­χουμε χά­σει τὴν ἀν­θρώ­πινη ὑ­πό­στασή μας, ἀ­φοῦ καὶ τὸν Θεὸ τὸν με­τα­βά­λαμε σὲ ὑ­πη­ρέτη τῶν ἀ­ναγ­κῶν μας. Δὲν εἶ­ναι ὅ­μως μόνο τρα­γικὴ αὐτή μας ἡ πο­ρεία. Εἶ­ναι καὶ πα­ρά­λογη, ὅ­πως φαί­νε­ται μὲ τὰ ἁ­πλᾶ πα­ρα­δεί­γματα ποὺ δί­νει ὁ Χρι­στός. Πα­ρά­λογη, δι­ότι ξε­χνᾶ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸν κό­σμο. Τὰ ἀ­γρι­ο­λού­λουδα καὶ τὰ πε­τεινὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ δὲν κα­τέ­χουν τί­ποτε. Ὑ­πάρ­χουν, ἐ­πειδὴ τὰ φρον­τί­ζει ὁ Θεός. Ὁ Θεός ποὺ εἶ­ναι αὐ­το­ζωή. Δὲν ἔ­χει ἁ­πλᾶ ὁ Θεὸς ζωή, ἀλλά εἶ­ναι ὁ Ἴδιος ἡ ζωή, τὴν ὁ­ποία χο­ρη­γεῖ. Γι’ αὐτὸ δί­νει ζωὴ στὸν κό­σμο, χω­ρὶς νὰ φοβᾶ­ται ὅτι θὰ τὴ στε­ρη­θεῖ ὁ ἴ­διος. Γι’ αὐτὸ ὁ Χρι­στὸς ἔ­γινε ἄν­θρω­πος, χω­ρὶς νὰ φο­βη­θεῖ τὸν θά­νατο. Ὁ θά­να­τος μπο­ρεῖ ν’ ἀ­φαι­ρέ­σει κάτι ποὺ ὁ ἄλ­λος ἔ­χει, ἀλλὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ με­τα­βά­λει τὸ Εἶ­ναι. Γι’ αὐτὸ φο­βᾶ­ται ἄλ­λω­στε ὁ ἄν­θρω­πος τὸν θά­νατο. Φο­βᾶ­ται ἐ­πειδὴ θὰ τοῦ στε­ρή­σει ὅσα ἔ­χει, τὰ ὁ­ποῖα καὶ ταυ­τί­ζον­ται μὲ τὴ ζωή. Αὐτὴ ὅ­μως εἶ­ναι λαν­θα­σμένη το­πο­θέ­τηση, δι­ότι ὁ ἄν­θρω­πος εἶναι ὕ­παρξη, εἶ­ναι ζωή, ἐνῷ ὁ θά­να­τος ἔ­χει ἐ­ξου­σία μόνο στὰ περὶ τὴν ζωὴ, δηλαδὴ στὰ πρά­γματα.

Συ­νε­πῶς, ἀ­δελ­φοί μου, ἡ με­τά­βαση στὸ χῶρο τοῦ εἶ­ναι, τῆς ζωῆς δηλαδή, πρέ­πει ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ μο­να­δικὸ μέ­λημα τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἔτσι, θὰ λυ­τρω­θεῖ ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸ θά­νατο, χω­ρὶς νὰ ἀ­γω­νί­ζε­ται κάτω ἀπὸ δε­σμά.

Ἡ αὐ­τό­βουλη καὶ συ­νει­δητὴ ἔν­ταξη στὸ χῶρο τῆς ζωῆς, δη­λαδὴ στὴ Βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, στὴν καινὴ κτίση ποὺ ἐγ­και­νί­ασε ὁ Χρι­στός, προ­βάλ­λει ὡς ἡ μόνη ἀ­σφα­λὴς καὶ βε­βαία λύση ζωῆς. Κι ἐδῶ πρέ­πει νά θυ­μη­θοῦμε πώς ἡ βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶ­ναι μιά προ­σφορά νέων πρα­γμά­των ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄν­θρωπο.

Ἡ Βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ἡ σάρ­κωσή Του στὸ ἀν­θρώ­πινο πρό­σωπο. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πα­να­το­πο­θέ­τηση τοῦ ἴ­διου τοῦ ἀν­θρώ­που ἀπὸ τὸν ἄ­στοχο τρόπο τοῦ ἔ­χειν, τῆς κα­το­χῆς, στὸν σω­τή­ριο στόχο τοῦ Εἶ­ναι, τῆς ζωῆς.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἔν­νοια ὁ Χρι­στὸς προ­τρέ­πει τοὺς μα­θη­τές Του νὰ ζη­τοῦν καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν πρῶτα τὴν βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ, ἀ­φοῦ μετὰ ἀπὸ αὐτό τὸν πόθο, θὰ προ­σθέ­σει ὁ Ἴ­διος ὅσα ἄλλα χρει­ά­ζον­ται, γιὰ νὰ γί­νουν κλη­ρο­νό­μοι τῆς Βα­σι­λείας Του. Ἀ­μήν.

 




ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. η΄ 5-13)
24 Ἰ­ου­νίου 2018

 

Τὸ ση­με­ρινὸ Εὐ­αγ­γε­λικὸ ἀ­νά­γνω­σμα ἀ­φορᾶ στὴ θε­ρα­πεία τοῦ δού­λου τοῦ ἑ­κα­τον­τάρ­χου ἀπὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ. Ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, παρὰ τὸ ὅτι δὲν ἦ­ταν Ἰου­δαῖος, ζητεῖ μὲ πί­στη ἀπὸ τὸν Κύ­ριο τὴ θε­ρα­πεία τοῦ πά­σχον­τος καὶ ἑτοι­μο­θά­να­του δού­λου του καὶ ὁ Χρι­στός, ὡς Κύ­ριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανά­του, ἱ­κα­νο­ποιεῖ τὸ αἴ­τημά του χο­ρη­γῶν­τας τὴν ἴ­αση.

Τὸ ἀ­να­φε­ρό­μενο πε­ρι­στα­τικὸ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴ φι­λαν­θρω­πία καὶ τὴν πίστη τοῦ ἑ­κα­τόν­ταρ­χου καὶ ταυ­τό­χρονα τὴν ἐ­ξου­σία καὶ τὴ δι­και­ο­σύνη τοῦ Ἰ­η­σοῦ.

Ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος ἦ­ταν εἰ­δω­λο­λά­τρης ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς τοῦ ρω­μα­ϊ­κοῦ στρα­τοῦ καὶ εἶχε ὑπὸ τὶς δι­α­τα­γές του ἑ­κατὸ στρα­τι­ῶ­τες καὶ με­γάλο ἀ­ρι­θμὸ δού­λων. Ἕ­νας ἀπὸ αὐ­τοὺς ἦ­ταν καὶ ὁ ἀ­σθε­νὴς τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς δι­ή­γη­σης. Ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος ἐ­πι­δει­κνύει πνεῦμα φι­λαν­θρω­πίας, τὸ ὁ­ποῖο μά­λι­στα ὑ­περ­βαί­νει τόσο τὰ συ­νήθη τῆς ἐ­πο­χῆς του, ἀ­φοῦ τότε οἱ δοῦ­λοι δὲν εἶ­χαν καμ­μιὰ ἀ­ξία, ἀλλὰ θε­ω­ροῦν­ταν ἀ­να­λώ­σιμα ὑ­λικά, ὅσο καὶ τὰ συ­νήθη κάθε ἐπο­χῆς, ἰ­δι­αί­τερα καὶ τῆς δι­κῆς μας, ὅ­που δὲν νοι­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ τὸν ἄλ­λον. Πα­ρόλα αὐτὰ ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος συμ­πο­νεῖ τὸν δοῦλο του καὶ προ­σπα­θεῖ γιὰ ἐκεῖ­νον προ­σερ­χό­με­νος μὲ πί­στη στὸν Ἰ­η­σοῦ, γιὰ νὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σει.

Αὐτὴ ἡ πί­στη τοῦ ἑ­κα­τόν­ταρ­χου ἀ­πο­τε­λεῖ ὄν­τως πα­ρά­δοξο χα­ρα­κτη­ρι­στικό, ἀ­φοῦ ὡς ἐ­θνι­κός, δη­λαδὴ μὴ Ἰ­ου­δαῖος καὶ εἰ­δω­λο­λά­τρης ἀ­γνο­οῦσε τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, τοὺς Προ­φῆ­τες, τὶς Γρα­φὲς καὶ τὶς ἐ­παγ­γε­λίες τοῦ Θεοῦ. Ὅ­μως εἶχε ἐ­σω­τε­ρικὴ ποι­ό­τητα καὶ ζῶν­τας στὴν πε­ρι­οχὴ τῆς Πα­λαι­στί­νης ἔ­βλεπε τὴν λα­τρεία τοῦ Ἰσ­ραὴλ καὶ γι­νό­ταν μάρ­τυς τῆς δι­δα­σκα­λίας καὶ τῶν θαυ­μά­των τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ κα­τα­φεύ­γει σὲ αὐ­τὸν μὲ πί­στη. Ἡ πί­στη του ἦ­ταν συ­νυ­φα­σμένη μὲ τὴν τα­πεί­νωση, δι­ότι ὅ­ταν ὁ Χρι­στὸς θέλησε νὰ πάει στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὸν δοῦλο του, ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος θε­ώ­ρησε ὅτι δὲν ἀ­ξί­ζει τέ­τοια τιμή. Σὲ αὐτὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ ση­μεῖο ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται οἱ δι­α­στά­σεις τῆς πί­στης του καὶ ἡ αἴ­σθηση ποὺ εἶχε ἐ­νώ­πιον τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Ζητεῖ ἀπὸ τὸν Κύ­ριο ἁ­πλῶς νὰ κά­νει τὸ θαῦμα.

Εἶ­ναι ὄν­τως ἐκ­πλη­κτικὴ ἡ πί­στη τοῦ ἑ­κα­τόν­ταρ­χου, δι­ότι ἀ­να­γνω­ρί­ζει στὸ πρό­σωπο τοῦ Ἰ­η­σοῦ τὸν Θεό, ὁ ὁ­ποῖος μόνο μὲ τὸν λόγο του δη­μι­ούρ­γησε, στε­ρέ­ωσε καὶ δι­α­κρα­τεῖ τὰ σύμ­παντα. Αὐτὴ ἡ πί­στη νικᾶ τὸν θά­νατο, κλεί­νει τὶς πύ­λες τοῦ Ἅδη καὶ ἀ­νοί­γει τὴ θύρα τῆς Βα­σι­λείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ πί­στη εἶ­ναι τὸ ἀ­δι­ά­κοπα ζη­τού­μενο ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρχο ἀλλὰ ἀπὸ κάθε ἄν­θρωπο. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ὄν­τως πλοῦ­τος, ὁ ὁ­ποῖος δὲν χά­νε­ται, ἀλλὰ σώ­ζει. Κα­νένα ἀπὸ τὰ ἀν­θρώ­πινα πρά­γματα, οὔτε ἡ πε­ρι­ου­σία οὔτε τὰ κτή­ματα οὔτε τὰ χρή­ματα οὔτε ἡ κοι­νω­νικὴ θέση οὔτε ἡ ἐ­ξου­σία οὔτε τὸ σω­μα­τικὸ κάλ­λος, δὲν εἶ­ναι μό­νιμο. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἡ κα­θη­με­ρινὴ ἐ­πι­δί­ωξη καὶ ἡ ἀ­πο­λυ­το­ποί­ησή τους σκορ­πί­ζει τὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς δυ­νά­μεις τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὸ φτά­σιμο στὸν Θεό.

Ὁ Χρι­στὸς θαυ­μά­ζει τε­λικὰ τὴν ποι­ό­τητα καὶ τὴ δύ­ναμη αὐ­τῆς τῆς πίστης τοῦ ἑ­κα­τόν­ταρ­χου καὶ προ­σφέ­ρει, ὡς ἐ­ξου­σίαν ἔ­χων, τὸ δῶρο τῆς ζωῆς στὸν πά­σχοντα δοῦλο του. Στρε­φό­με­νος ὅ­μως πρὸς τὸ πλῆ­θος τῶν Ἰου­δαίων ποὺ Τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ση­μει­ώ­νει ὅτι αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χουν τέ­τοια πίστη.

Οἱ Ἰ­ου­δαῖοι ὡς τέ­κνα τοῦ Ἀ­βραάμ, ἀ­δελ­φοί μου, ἐ­πα­να­παύ­ον­ταν στὴν πνευ­μα­τικὴ κα­τα­γωγή τους, ὅ­πως ἐ­μεῖς σή­μερα, θε­ω­ρῶν­τας ὅτι μόνο μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔ­χουν ἐ­ξα­σφα­λι­σμένη τὴ σω­τη­ρία. Ἔμ­πρα­κτα ὅ­μως ἀρ­νή­θη­καν νὰ ἀ­πο­δε­χθοῦν τὴν ἐκ­πλή­ρωση τῶν ἐ­παγ­γε­λιῶν στὸ πρό­σωπο τοῦ Χρι­στοῦ. Πα­ρόλο ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν μὲ τὸν Νόμο, τοὺς Προ­φῆ­τες καὶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀ­γνό­η­σαν τὴν πρα­γμα­τι­κό­τητα τῆς πα­ρου­σίας, τῆς δι­δα­σκα­λίας καὶ τῆς θαυ­μα­τουρ­γι­κῆς ἐ­ξου­σίας τοῦ Ἰ­η­σοῦ, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τε­λικὰ νὰ Τὸν σταυ­ρώ­σουν. Ἔτσι ἔ­χα­σαν τὸ προ­νό­μιο τοῦ ἐ­κλε­κτοῦ λαοῦ καὶ τὴ θέση τους παίρ­νουν ἀπὸ τότε ὅ­σοι στρέ­φον­ται μὲ βε­βαι­ό­τητα στὸ πρό­σωπο τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶν­τος καὶ σώ­ζον­τος κάθε ἄν­θρωπο.

Pin It

Εκτύπωση   Email