Τρία πουλάκια κάθονται στο κάστρο το Χλιμούτσι,
το ’να τηράει τα Λεχαινά και τ’ άλλο τη Γαστούνη,
το τρίτο το καλλίτερο μοιρολογάει και λέει:
- Θέ μου, το τι να γίνηκαν του κάμπου οι λεβέντες;
Μήτε στον κάμπο φαίνονται, μήτε και στη Γαστούνη,
μας είπαν κάνουν πόλεμο μέσα στον Άη-Νικόλα.
Τριακόσιοι διαλεχτήκανε για να τους λευτερώσουν,
μεντάτι να τους γένουνε για να τους λευτερώσουν.
Τη στράτα που πηγαίνανε, τη στράτα που πηγαίνουν,
στ’ αμπέλι απαντηθήκανε με τους Στραβαραπάδες.
Πρώτη φωτιά που δώσανε, σκοτώνουνε διακόσιους,
μα ’πιασε μια ψιλή βροχή κ’ ένας βαρύς χειμώνας,
νότισαν τα φυσέκια τους, δεν πιάνουν τ’ άρματα τους.
Κι ο Βέρρας όπου τ’ άκουσε, σαν τ’ άτι χλιμιντράει:
- Παιδιά, σηκώστε τις ποδιές και σφίχτε τα τσαρούχια,
γιουρούσι για να κάμουμε μες στους Στραβαραπάδες.
Τα γιαταγάνια τράβηξαν, στα δόντια τους τα βάνουν,
μα ήταν οι μαύροι λιγοστοί, μα ήταν οι δόλιοι λίγοι,
κανένας δεν απόμεινε απ’ τους παλιούς συντρόφους.
Ιστορικά στοιχεία:
Το τραγούδι αναφέρεται στο έτος 1825, στην εποχή της εισβολής του Ιμπραήμ πασά στον Μοριά και στην μάχη που έγινε στο μοναστήρι της Σκαφιδιάς.
Όταν οι προύχοντες της Γαστούνης έμαθαν ότι ο Ιμπραήμ πασάς πλησίαζε, διασκορπίστηκαν στα βουνά, στα ρέματα και τις σπηλιές του Ωλενού. Πολλοί κλείστηκαν στο μοναστήρι της Σκαφιδιάς και στο κάστρο του Χλεμουτσίου. Αυτοί που έμειναν, με αρχηγό τον καπετάν Βέρρα από το Βαρθολομιό, σχημάτισαν στρατιωτικά τμήματα προς αντιμετώπιση του εχθρού, αν και οι προύχοντες, ο Σισίνης κι οι άλλοι καπεταναίοι είχαν αναχωρήσει προ πολλού από την περιοχή. Για μέρες γίνονταν αψιμαχίες μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων, που προσπαθούσαν να αμυνθούν με κάθε τρόπο, ώστε να κρατήσουν την ελευθερία τους.
Στη Σκαφιδιά οι κλεισμένοι Γαστουναίοι οχυρώθηκαν στις γράνες των αμπελιών και των χωραφιών. Εκεί τους επιτέθηκαν οι ιππείς του Ιμπραήμ και τους περικύκλωσαν. Για βοήθεια έτρεξαν και αυτοί που ήταν κλεισμένοι στο κάστρο, αλλά ο Ιμπραήμ έστειλε και άλλες δυνάμεις, που τους περικύκλωσαν όλους.
Η πολιορκία κράτησε δυο ημέρες. Οι Έλληνες πολέμησαν με μεγάλη ανδρεία, λύγισαν όμως στις υπέρτερες δυνάμεις του Ιμπραήμ. Αρνητικό για τους πολιορκημένους στάθηκε ότι το προηγούμενο βράδυ έριξε ραγδαία βροχή και η μπαρούτη τους βράχηκε και αχρηστεύτηκε και έτσι ήταν αδύνατον την άλλη μέρα να την χρησιμοποιήσουν. Αποφάσισαν να κάνουν έξοδο και επιτέθηκαν λυσσαλέα και με πάθος κατά του εχθρού, αλλά κατασφάγηκαν όλοι, αφού πρώτα επέφεραν μεγάλες καταστροφές στο αντίπαλο στρατόπεδο σκοτώνοντας περίπου επτακόσιους στρατιώτες του Ιμπραήμ. Έτσι έληξε η μάχη της Σκαφιδιάς, που καταγράφτηκε στην ιστορία με χρυσά γράμματα.
