Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Προηγιασμένης Λειτουργίας της Μεγάλης Τρίτης (Ματθ. 24:36–51, 25:1–46, 26:1–2) ο Χριστός αποκαλύπτει ότι ο χρόνος της παρούσας ζωής είναι χρόνος προετοιμασίας, εγρήγορσης και καρποφορίας, γιατί ο «ερχομός» Του δεν είναι απλώς ένα μελλοντικό γεγονός, αλλά κριτήριο που φωτίζει κάθε στιγμή.
Ο Κύριος λέγει ότι «περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης… οὐδεὶς οἶδεν» (24:36). Η Ορθόδοξη παράδοση βλέπει εδώ όχι έναν εκφοβισμό, αλλά ένα φάρμακο κατά της πνευματικής ραθυμίας και της εγωϊστικής αυτάρκειας. Η άγνοια της ώρας είναι παιδαγωγική: μας κρατά σε στάση μετανοίας, ώστε να μη μεταθέτουμε την αλλαγή της καρδιάς σε «βολικότερη στιγμή». Όπως στον Νώε (24:37–39), έτσι και τώρα, η ζωή μπορεί να κυλήσει μέσα σε συνήθειες που αποκοιμίζουν το νου· γι’ αυτό η Εκκλησία, μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, επιμένει στο «γρηγορεῖτε» (24:42).
Η παραβολή του πιστού και φρόνιμου δούλου (24:45–51) μεταφέρει το βάρος από την περιέργεια για το πότε, στην ευθύνη για το πώς ζούμε. Ο «οἰκονόμος» δεν είναι απλώς ένας διαχειριστής πραγμάτων, αλλά εικόνα του ανθρώπου που του εμπιστεύθηκε ο Θεός ζωή, χρόνο, χαρίσματα, σχέσεις. Η κρίση που περιγράφεται δεν είναι αυθαίρετη τιμωρία· είναι αποκάλυψη της αλήθειας: αν ο άνθρωπος ζει σαν να μην έρχεται ο Κύριος, καταλήγει να φέρεται σαν να είναι ο ίδιος κύριος, και τότε η εξουσία γίνεται σκληρότητα, η απόλαυση γίνεται αλαζονεία, η καθημερινότητα γίνεται εκμετάλλευση.
Στη συνέχεια, η παραβολή των δέκα παρθένων (25:1–13) φέρνει στο κέντρο την εσωτερική εγρήγορση. Οι παρθένες έχουν «λαμπάδες», δηλαδή μια εξωτερική μορφή αναμονής· όμως η διαφορά βρίσκεται στο «ἔλαιον». Το έλαιο δεν ταυτίζεται με μία μόνο αρετή, αλλά δηλώνει την ενέργεια της χάριτος που διατηρείται μέσα από ζωντανή σχέση με τον Χριστό: προσευχή, ταπείνωση, μετάνοια, ελεημοσύνη, συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή. Χωρίς αυτό, η πίστη γίνεται εξωτερικό θρησκευτικό σχήμα, και το φως σβήνει. Το «οὐκ οἶδα ὑμᾶς» δεν σημαίνει ότι ο Θεός αγνοεί πρόσωπα, αλλά ότι η κοινωνία μαζί Του δεν μπορεί να υποκατασταθεί την τελευταία στιγμή με δανεική πνευματικότητα· η αγάπη δεν αντιγράφεται, καλλιεργείται.
Η περικοπή κορυφώνεται με την εικόνα της τελικής κρίσεως (25:31–46), όπου το κριτήριο είναι συγκλονιστικά απλό: «ἐπείνασα… ἐδίψησα… ξένος ἤμην… γυμνός… ἠσθένησα… ἐν φυλακῇ» και «ἐποιήσατε/οὐκ ἐποιήσατε». Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαβάζει το χωρίο αυτό ως φανέρωση ότι η θεολογία είναι τρόπος ύπαρξης, όχι θεωρία. Ο Χριστός ταυτίζεται μυστικά με τον «ελάχιστο αδελφό», και έτσι η αγάπη προς τον πλησίον γίνεται τόπος συνάντησης με τον Θεό. Δεν πρόκειται για «ηθικισμό» που αγοράζει τη σωτηρία, αλλά για αποκάλυψη του τι σημαίνει να ζεις εν Χριστώ: η χάρη γεννά καρπό, και ο καρπός μαρτυρεί την πίστη.
Τέλος, το 26:1–2 συνδέει άμεσα την εσχατολογική διδασκαλία με το Πάθος: «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι». Η κρίση, στην Oρθόδοξη συνείδηση, δεν νοείται έξω από τον Σταυρό. Ο Κριτής είναι ο Εσταυρωμένος· αυτό σημαίνει ότι το ύστατο μέτρο είναι η αυτοπροσφορά της αγάπης. Μέσα στη Μεγάλη Τρίτη, η Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να «αγρυπνήσει» όχι από φόβο, αλλά για να μη χάσει την επίσκεψη του Νυμφίου: να γεμίσει το λυχνάρι με το έλαιο της μετανοίας και της ελεημοσύνης, και να σταθεί με καρδιά έτοιμη να αναγνωρίσει τον Χριστό στο πρόσωπο κάθε πονεμένου.
