Το Δοξαστικό της Εσπερινής Θείας Λειτουργίας, η οποία τελείται συνήθως το Μεγάλο Σάββατο το πρωΐ, «Τὴν σήμερον μυστικῶς…» (έργο του Αγίου Κοσμά Μαϊουμά) αποτελεί ποιητική θεολογική ερμηνεία της ημέρας κατά την οποία ο Χριστός βρίσκεται «ἐν τάφῳ σωματικῶς». Η υμνολογία δεν στέκεται απλώς στο ιστορικό γεγονός της Ταφής, αλλά το εντάσσει στο ενιαίο σχέδιο της σωτηρίας: αυτό που «προδιετυποῦτο» στην Παλαιά Διαθήκη φανερώνεται τώρα ως πραγματικότητα.
Η αρχική αναφορά στον Μωυσή και στο «Καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεός, τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην» (Γεν. 2:3) λειτουργεί τυπολογικά. Το Σάββατο της κτίσεως, ως ημέρα θείας αναπαύσεως, δεν νοείται σαν κόπωση του Θεού, αλλά ως ολοκλήρωση και ευλογία της δημιουργίας. Ο ύμνος προχωρεί ένα βήμα βαθύτερα: το «εὐλογημένον Σάββατον» προεικονίζει την κατάπαυση του Χριστού στον τάφο. Δεν πρόκειται για απλή λεκτική σύγκριση· είναι θεολογική δήλωση ότι ο ίδιος ο Δημιουργός, ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, εισέρχεται εκούσια στη συνθήκη του θανάτου, για να την μεταβάλει εκ των έσω.
Η φράση «κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ… διὰ τῆς κατὰ τὸν θάνατον οἰκονομίας» πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά. Η Εκκλησία δεν εννοεί ότι ο Υιός παύει την θεία ενέργεια ή «σταματά» να κυβερνά τα πάντα. Η «κατάπαυση» αφορά την οικονομία της ενανθρωπήσεως, δηλαδή το έργο της σωτηρίας όπως επιτελείται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, και συγκεκριμένα την είσοδο του Χριστού στον θάνατο ως άνθρωπος. Εδώ αποφεύγεται κάθε ιδέα ότι ο θάνατος αγγίζει ή αλλοιώνει τη θεότητα: ο Χριστός πεθαίνει αληθινά κατά την ανθρώπινη φύση, ενώ παραμένει και δεν παύει να είναι Θεός.
Καίρια είναι και η έκφραση «τῇ σαρκὶ σαββατίσας». Το Μεγάλο Σάββατο είναι η ημέρα της «σωματικής» αναπαύσεως του Χριστού: το άχραντο σώμα Του αναπαύεται στον τάφο. Όμως ο Χριστός δεν είναι «απών». Η ορθόδοξη πίστη ομολογεί ότι η ψυχή Του, ενωμένη με τη Θεότητά Του, κατέρχεται στον Άδη, διαλύοντας τα δεσμά του και κηρύσσοντας σωτηρία στους κεκοιμημένους. Έτσι, η σιωπή του τάφου δεν είναι αδράνεια, αλλά μυστική ενέργεια σωτηρίας: ο θάνατος καταργείται από τον ίδιο τον Ζωοδότη.
Ο ύμνος συνδέει άμεσα το Μεγάλο Σάββατο με την Ανάσταση: «καὶ εἰς ὃ ἦν, πάλιν ἐπανελθών, διὰ τῆς Ἀναστάσεως». Η διατύπωση δεν σημαίνει ότι ο Χριστός «επιστρέφει» απλώς σε μια προηγούμενη κατάσταση βιολογικής ζωής. Σημαίνει ότι, χωρίς να παύει ποτέ να είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, φανερώνει διά της Αναστάσεως την κυριαρχία Του επί του θανάτου και εισάγει την ανθρώπινη φύση σε ζωή αφθαρσίας. Η Ανάσταση δεν είναι μεμονωμένο θαύμα, αλλά κορύφωση της θείας Οικονομίας και αρχή της καινής κτίσεως.
Το σωτηριολογικό αποτέλεσμα δηλώνεται ρητά: «ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον». Η αιώνια ζωή δεν ταυτίζεται με μια ατελείωτη παράταση του χρόνου· είναι κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, χάρισμα που πηγάζει από τον Σταυρό, την Ταφή, την Κάθοδο στον Άδη και την Ανάσταση. Ο επίλογος «ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος» σφραγίζει το ήθος της Ορθόδοξης θεολογίας: ο Θεός σώζει από αγαθότητα, όχι από ανάγκη, και η σωτηρία είναι δωρεά αγάπης που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Έτσι, το «εὐλογημένον Σάββατον» γίνεται ημέρα ελπίδας: μέσα από την εκούσια κατάβαση του Χριστού στον θάνατο ανατέλλει η βεβαιότητα ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.
«Τὴν σήμερον μυστικῶς, ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο λέγων· Καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεός, τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ εὐλογημένον Σάββατον, αὕτη ἐστίν ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα, ἐν ᾗ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς κατὰ τὸν θάνατον οἰκονομίας, τῇ σαρκὶ σαββατίσας, καὶ εἰς ὃ ἦν, πάλιν ἐπανελθών, διὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος»
