Κατά την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η θεία λατρεία της εκκλησίας μας είναι εκτενέστερη, πιο πλούσια και περιλαμβάνει: τη Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, τη θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, το Μεγάλο απόδειπνο, η Ακολουθία των Χαιρετισμών και του Ακαθίστου Ύμνου, τις Ακολουθίες του Μεσονυκτικού, του Όρθρου και των Ωρών, και τέλος την Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα.
Το Μέγα Απόδειπνο
Η νύχτα πάντοτε ήταν μια ευκαιρία αναφοράς του ανθρώπου στο Θεό. Το βράδυ ο χριστιανός προσεύχεται περισσότερο απερίσπαστα. και ο ίδιος ο Κύριος πολλές φορές προσευχόταν το βράδυ («και ήν διανυκτερεύων εν τη προσευχή..»), δίνοντάς μας τρανό παράδειγμα για να αναζητήσουμε και εμείς γαλήνη και αταραξία για την ιερότατη ώρα της προσευχής. Ο άνθρωπος προσφέρει στο Θεό την απέραντη ευγνωμοσύνη του για τα αγαθά της ημέρας και στέκει ικετευτικά για τη νύχτα που έρχεται.
Για αυτό η Εκκλησία μας καθόρισε, δίπλα στην προσωπική του προσευχή του καθενός, και μια κοινή προσευχή, την τελευταία ημέρα λίγο πριν τη νύχτα, που καθορίστηκε να τελειώσει μετά το βραδινό φαγητό, το δείπνο, για αυτό και ονομάστηκε «Απόδειπνο».
Μετά τον ΙΔ΄ αιώνα φάνηκε η επιτακτική ανάγκη συντόμευσης του Αποδείπνου, που με την πάροδο των ετών, και τη συνεχή πρόταση νέων ευχών (κυρίως από μοναχούς), είχε πλέον μεγάλη διάρκεια. Η νεότερη και πιο εύχρηστη ακολουθία που τελικά επικράτησε ονομάστηκε «Μικρό Απόδειπνο», και καθορίστηκε να διαβάζεται τη μεγαλύτερη περίοδο του έτους. Αλλά και η παλαιότερη και εκτενέστερη ακολουθία, το «Μεγάλο Απόδειπνο», καθορίστηκε να διαβάζεται την περίοδο της Μεγάλης τεσσαρακοστής. Το Μέγα Απόδειπνο σήμερα ψάλλεται στους Ναούς μας την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κάθε απόγευμα Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτη.
Στη διάρκεια του Μεγάλου Αποδείπνου ψάλλουμε δύο πολύ γνωστούς, όσο και παλιούς ύμνους της Εκκλησίας μας. Είναι ο ύμνος θριάμβου και εγκαταστάσεων «Μεθ'ήμων ο Θεός, γνώτε έθνη και ηττάσθε, ότι μεθ'ημών ο Θεός», που είναι μια εκλογή από την ωδή του Ησαΐα, που βρίσκεται στο 8ο και 9ο κεφάλαιο του ομωνύμου προφητικού βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης. . Και ακόμα είναι το πρωτοχριστιανικό ποίημα σε στίχους ενδεκασύλλαβους « Η ασώματος φύσις τα χερουβείμ, ασιγήτοις σε ύμνοις δοξολογεί…».
Η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων
Η θεία Λειτουργία είναι εμπειρία και γεύση Ανάστασης. Κάθε λειτουργική σύναξη είναι η ανάσταση του Χριστού και κάθε θεία κοινωνία είναι η ανάσταση του ανθρώπου που μετέχει σ' αυτήν. Αυτός ο πανηγυρικός και θριαμβευτικός χαρακτήρας της θείας Λειτουργίας μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ότι δεν «ταιριάζει» με το κατανυκτικό πνεύμα και το πένθιμο μοτίβο των Ακολουθιών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αυτή η διαπίστωση πέρασε στο τυπικό της Εκκλησίας μας. Καμία ημέρα της Σαρακοστής από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή δεν επιτρέπεται η τέλεση της παρά μόνο την εορτή του Ευαγγελισμού που τελείται η Λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου. Αυτό όμως δημιούργησε ένα μεγάλο πρόβλημα σχετικά με τη συχνότητα της θείας κοινωνίας. «Ημείς τέταρτον καθ΄ εκάστην εβδομάδα κοινωνούμεν , εν τη Κυριακή, εν τη Τετράδι, εν τη Παρασκευή, και εν τω Σαββάτω», λέγει ο Μ. Βασίλειος.
Πως όμως θα γινόταν αυτό που συνιστά ο Μέγας Βασίλειος; Η λύση ήδη υπήρχε. Οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα Άγια. Οι ημέρες αυτές ήταν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή από τροφή έως την δύση του ηλίου. Η θ. Η κοινωνία λοιπόν έπρεπε να γίνει μετά την ακολουθία του εσπερινού.
Αποτελούσε συνήθεια των πρώτων Χριστιανών, όταν για διαφορετικούς λόγους δεν ετελείτο θεία Λειτουργία μέσα στην εβδομάδα, να κοινωνήσει από τη θεία κοινωνία που έπαιρνε την Κυριακή μαζί τους από την εκκλησία και την φύλαξαν με ευλάβεια στο σπίτι τους. Τη συνήθεια αυτή την εφάρμοζαν περισσότερο την Τετάρτη και την Παρασκευή, και μάλιστα σε περιόδους διωγμών. Το ίδιο έκαναν και αρκετοί ασκητές και ερημίτες. Στην πρακτική αυτή πρέπει να αναζητήσει κανείς τις ρίζες της Λειτουργίας των Προηγιασμένων, που στην πραγματικότητα πρόκειται για ακολουθία του εσπερινού μετά τη θεία Κοινωνίας.
Τα Τίμια Δώρα είναι καθαγιασμένα, η μάλλον προαγιασμένα, από τη Λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής και φυλάσσονται πάνω στην αγία τράπεζα του Ναού, που προσφέρονται στους πιστούς μετά τον Εσπερινό της μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Μπορεί να τελεστή κάθε ημέρα από Δευτέρα έως Παρασκευή, συνήθως όμως τελειώνει Τετάρτη απόγευμα και Παρασκευή πρωί.
Επίσης τελείται την Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνου, τα πρωινά της Μεγάλης Δευτέρας, Τρίτη, Τετάρτης, και σε εορτές Αγίων που τυχαίνουν μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Κατά μια ιστορική πηγή η επίσημη παράδοση της άρχισε περίπου το 615 μ.Χ. επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Η εν Τρούλω πενθέκτη οικουμενική Σύνοδος το 692 μ.Χ. την επιβάλει ρητώς. Συγγραφέας της θεωρείται ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, ή ο Άγιος Γερμανός Κων/πόλεως, ή το πιθανότερο ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος επίσκοπος Ρώμης.
Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
Εκτός από τη λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου που γίνεται αναρίθμητες φορές το χρόνο, υπάρχουν και άλλες Λειτουργίες που γίνονται συγκεκριμένες φορές το χρόνο, όπως
η Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου, η Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου, όπως και η Λειτουργία του Μ. . Βασιλείου: Η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου είναι η Θ. Λειτουργία εκείνη που γίνεται μόνο δέκα φορές τον χρόνο, και συγκεκριμένα: τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης τεσσαρακοστής, την ημέρα της μνήμης του Αγίου (1η Ιανουαρίου), και γίνεται εσπερινή (αν και τελείται το πρωί μαζί με την ακολουθία του εσπερινού), την παραμονή. των Φώτων, την παραμονή των Χριστουγέννων, την Μ. Πέμπτη, και τέλος το Μ. Σάββατο.
Η θεία Λειτουργία που φέρει το όνομα του Αγίου Βασιλείου φαίνεται πως αποτελεί διασκευή παλαιότερης λειτουργικής παράδοσης (κατά πάσα πιθανότητα της αρχαίας Λειτουργίας του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου).
Ο Βασίλειος επέφερε διασκευές και άλλες δραστηριότητες στη Λειτουργία αυτή και την παρέδωσε στην Εκκλησία.
Δεν μας είναι δύσκολο να σκεφτούμε τους λόγους που τους έκαναν τον Άγιο Πατέρες να καθιερώσουν την τέλεση της θ. Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου τις πέντε πρώτες Κυριακές της Τεσσαρακοστής. Αυτή η Θεία Λειτουργία είναι εκτενέστερη, περιέχει περισσότερες και πιο εκτεταμένες ευχές. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για τη θεία Λειτουργία που αρμόζει τις Κυριακές της περιόδου αυτής και απαιτεί από τους χριστιανούς κατάνυξη και εμπειρία θεώσεως.
Ο Μέγας Κανών
Ένα από τα εκφραστικά δείγματα της ιδαιτερότητος των λατρευτικών ευκαιριών της Μεγάλης τεσσαρακοστής είναι ο Μέγας Κανών. Πρόκειται για έναν από τους κατανυκτικούς Κανόνες, ίσως και το πλέον κατανυκτικό. Κανόνας στη γλώσσα της Εκκλησίας μας είναι ένας εκκλησιαστικός ύμνος, στο οποίο εκτυλίσσεται κάποια υπόθεση και αποτελείται από 8 η 9 ωδές (ποιήματα). Ποιητής του Μεγάλου Κανόνος είναι ο Άγιος Ανδρέας επίσκοπος Κρήτης, Ιεροσολυμίτης.
Ο άγιος Ανδρέας καταγόταν από ευσεβείς γονείς και γεννήθηκε γύρω στα 660 μ.Χ. μέχρι τα 7 του χρόνια ήταν τελείως άφωνος. Ο Θεός όμως με θαυμαστό τρόπο του έδωσε τη λαλιά του, ενώ προηγουμένως είχε κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Τότε πήγε στο σχολείο και με τον οξύ νου του και την επιμέλεια του κατόρθωσε να προχωρήσει πολύ στις σπουδές του και να αφιερωθεί στο Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Ανέλαβε μάλιστα και γραμματέας στον τότε Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο. Εκπροσώπησε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην 6η Οικουμενική Σύνοδο, που συνέχισε το 680 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, που καταδίκασε την αίρεση του Μονοθελισμού. Ανυψώθηκε στο θρόνο της αρχιεροσύνης, χειροτονηθείς Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Στο βίο του μάλιστα διασώζονται και πολλά θαύματα, που η χάρη του Θεού επέτρεψε να κάνει. Εκοιμήθη στην Ερεσό της Μυτιλήνης γύρω στα 720 μ.Χ. και η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 4 Ιουλίου.
Ο Άγιος Ανδρέας συνέγραψε πλήθος θεολογικών συγγραμμάτων (κυρίως ομιλιών και εγκωμίων), κατεξοχήν υπήρξε μελωδός της Εκκλησίας μας, στα οποία προεξάρχει ο Μέγας Κανών.
Το επίθετο «Μέγας» ταιριάζει απόλυτα στο Κανόνα αυτό, τόσο λόγω της μεγάλης πνευματικής σπουδαιότητας, όσο και της λίαν ικανής εκτάσεως του (11 ειρμοί και 250 τροπάρια), που έχει εκλεκτή θέση στην ποίηση και τη λατρεία της Εκκλησίας μας.
Ο Μέγας Κανών είναι ιστορικά ο πρώτος κανόνας που μελοποιήθηκε στην Εκκλησία μας. Ψάλλεται τμηματικά τις τέσσερες πρώτες μέρες της Μεγάλης τεσσαρακοστής, αμέσως μετά το Μεγάλο απόδειπνο, και ολόκληρος την Τετάρτη της Ε΄ εβδομάδος των Νηστειών.
Ο Σκοπός του Μεγάλου Κανόνου είναι να παρακινήσει τους πιστούς σε μετάνοια. Για αυτό ψάλλει την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής, και μάλιστα προς το τέλος της.
Ο πιστός έχει ανάγκη πνευματικού στηριγμού, καθώς κινδυνεύει να αποκάμει από τον αγώνα της νηστείας και τον γενικότερο πολυήμερο πνευματικό αγώνα. Ο Μέγας Κανών τον ανακουφίζει ψυχικά, τον ενδυναμώνει με τα όπλα της πνευματικής στρατείας και του χαρίζει αποφασιστικότητα και δυναμισμό. Όλος ο Μέγας Κανών πηγάζει από την Αγία Γραφή και δεν αφήνει ούτε μία ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι και τους Αποστόλους, που να μην την συγκρίνει με τη ζωή της ψυχής του.
Αληθινά, ο Κανών αυτός δεν είναι μόνο μεγαλύτερος αλλά και ο κατανυκτικός της Εκκλησίας μας. Ο πλούτος του ασύλληπτου. Τα διδάγματα του ανεπανάληπτα. Οι προτροπές του για αλλαγή τρόπου ζωής παροιμιώδεις. Ο πιστός που ψάλλει ή ακούει τους ύμνους οδηγείται στην απόκτηση μετάνοιας και συντριβής, αποτυχίες της αμαρτίας συνειδητής βίωσης του μυστηρίου της σωτηρίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αμέτρητες φορές επαναλαμβάνεται η επωδός του κανόνα «Ελέησόν με, ο Θεός, ελέησόν με». Διότι τίποτε άλλο δεν επιζητούμε, παρά μονάχα το σωτηριώδες έλεος του Θεού.
Η Ακολουθία των Χαιρετισμών (Ακάθιστος Ύμνος)
Ποιος δεν πεθύμησε τις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής; Ποιανού η καρδιά δεν χτύπησε με ξέχωρους ρυθμούς, κάθε φορά που έστρεψε τη σκέψη του στην όμορφη στολισμένη εικόνα της Παναγιάς στο κέντρο του ναού;
Μια από τις προσφιλέστερες Ακολουθίες των χριστιανών, αυτή που ψάλλει για πέντε συνεχείς Παρασκευές και πλημμυρίζει με τη χάρη της καρδιάς και το νου. Ο Ακάθιστος Ύμνος.
Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί ένα άφθαστο πνευματικό δημιούργημα, με θεολογικό βάθος, κομψότητα λόγου, μουσικό κάλλος, αγιοπνευματική έμπνευση.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατ' αρχήν ο Ακάθιστος Ύμνος δεν συνδέεται άμεσα με την περίοδο της Μεγάλης τεσσαρακοστής, αλλά μάλλον με την εορτή του Ευαγγελισμού, που πέφτει όμως πάντοτε μέσα στην κατανυκτική αυτή περίοδο.
Άλλωστε αυτή την Ακολουθία την τελική και άλλες περιόδους του έτους (στα μοναστήρια κάθε βράδυ μαζί με το Μικρό Απόδειπνο διαβάζουν και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας). Αντίθετα όλες τις άλλες Ιερές ακολουθίες που προαναφέραμε (Προηγιασμένη, Μ. Απόδειπνο, Μ. Κανών) τις συναντούμε μόνο την περίοδο της Σαρακοστής. Σιγά- σιγά όμως ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καθώς περιλαμβάνει προεόρτια και μεθέορτα άσματα της μεγάλης Δεσποτικο-Θεομητορικής εορτής του Ευαγγελισμού.
Ένα συγκλονιστικό γεγονός συνδέει αναπόσπαστα τη σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως με την ονομασία του Ακαθίστου Ύμνου.
Το έτος 626 μ.Χ. η βασιλεύουσα πολιορκήθηκε από ξηρά και θάλασσα από τους Πέρσες και τους Αβάρους. Η πόλη προσεύχονταν και αντιστέκονταν. Αλλά οι πολιορκητές δεν υποχωρούσαν. Ώσπου ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος καταστρέφει τον στόλο των επίδοξων κατακτητών, που αναγκάζονται τη νύχτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου να λύσουν την πολιορκία φεύγοντας άπρακτοι.
Ο λαός πανηγυρίζοντας για τη σωτηρία του, έτρεξε με δάκρυα συγκίνησης και ανάλογη ευγνωμοσύνη στο ναό των Βλαχερνών να ευχαριστήσει τη Θεομήτορα για την κραταιά προστασία της. Προεξάρχοντος του Πατριάρχη έψαλλαν όλη την νύκτα ένα γνωστό τους ύμνο προς την Παναγία ο οποίος εκείνη τη νύχτα, επειδή όλος ο λαός έψελνε όρθιος, «ορθοστάδην», ονομάστηκε Ακάθιστος. Ο ύμνος αυτός είχε το προοίμιο, «το προσταχθέν μυστικώς..», που εκείνη τη νύχτα αντικαταστάθηκε από άλλο, που συνέχισε τότε και αναφέρονταν στη σωτηρία της Πόλης από την Παναγία. Είναι το γνωστό μας κοντάκιο: «τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια».
Ο Ακάθιστος ύμνος αποτελείται κυρίως από δύο μέρη.
α) τον κανόνα και β) τους χαιρετισμούς ή τους 24 οίκους, που η ακροστιχίδα του είναι αλφαβητική, από το Α έως το Ω.
Οι 24 αυτοί οίκοι είναι χωρισμένοι σε 4 στάσεις, που η καθεμιά περιέχει 6 οίκους. Κάθε Παρασκευή βράδυ διαβάζεται από μία στάση με τους 6 οίκους. Την πέμπτη και την τελευταία Παρασκευή διαβάζονται και οι τέσσερις στάσεις, και οι 24 οίκοι, δηλαδή όλος ο Ακάθιστος ύμνος με 144 «Χαίρε» προς το πρόσωπο της Παναγίας μας.
Τι λένε όμως αυτοί οι 24 οίκοι και σε τι αναφέρονται;
Από πλευράς περιεχομένου μπορούμε να διαιρέσουμε τους Χαιρετισμούς σε δύο μεγάλα μέρη, στους 12 πρώτους από το γράμμα Α έως και Μ, και στους 12 επομένους, από το Ν έως το Ω.
Το πρώτο μέρος ονομάζεται «ιστορικό» και περιγράφει διάφορα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως. Οι οίκοι που αρχίζουν από τα γράμματα Α έως Δ αναφέρονται στον ευαγγελισμό της Παρθένου, το Ζ αναφέρεται στις αμφιβολίες του Ιωσήφ για το Θεοτόκο και τη διαβεβαίωσή του από το Θεό για τη σύλληψιν «εκ πνεύματος Αγίου», το Ε αναφέρεται στην επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, το Η στην προσκύνηση του νεογέννητου Ιησού από τις ποιμένες, από το Θ έως και το Κ στη προσκύνηση των Μάγων, το Λ αναφέρεται στη φυγή στην Αίγυπτο και το Μ στην Υπαπαντή του Κυρίου.
Το δεύτερο μέρος ονομάζεται «θεολογικό ή δογματικό», και αποτελεί μια θεολογική επεξεργασία του μυστηρίου της σαρκώσεως (οι οίκοι Ν-Ο-Π-Ρ-Σ-Υ). Εξυμνούν την προσφορά της Παναγίας μας στο απολυτρωτικό έργο , (οι οίκοι Τ-Φ-Ψ-Ω), και τέλος αναφέρονται στη θέωση του ανθρώπου(Ξ-Χ).
Στο ερώτημα ποιος είναι ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου δεν έχει δοθεί ακόμα ικανοποιητικά απάντηση. Πολλοί μιλούν για τον Πατριάρχη Σέργιο, ή τον Ιερό Φώτιο, και άλλοι για τον Ρωμανό τον Μελωδό.
Οι Κατανυκτικοί Εσπερινοί
Ο Εσπερινός (εννοείται ύμνος) είναι μια Ακολουθία που τελείται καθημερινά, προς το τέλος της κάθε ημέρας (η λέξη «εσπέρα» από όπου και προέρχεται, δηλώνει το τέλος της ημέρας και την αρχή της άλλης.) Σαν σημείο του τέλους μιας ημέρας και της αρχής της άλλης, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη δύση του ηλίου. Έτσι η χριστιανική Εκκλησία, ακολουθώντας την αντίληψη αυτή, με τη Θ΄ ώρα σφραγίζει την ακολουθία της ληγούσης ημέρας, και με τον εσπερινό που ακολουθεί εγκαινιάζει τη νέα ημέρα. Διακρίνεται σε εσπερινό «μικρό» και «μεγάλο». Μικρός είναι ο εσπερινός που γίνεται όταν δεν υπάρχει εορταζόμενος άγιος και δεν τελείται την επομένη θ. Λειτουργία, (εσπερινός χωρίς είσοδο), ενώ Μεγάλος όταν την επόμενη θα τελεσθεί Θ. Λειτουργία (εσπερινός με είσοδο). Ακόμα υπάρχει ο πανηγυρικός εσπερινός που γίνεται σε ημέρες που πανηγυρίζει η εκκλησία μας τον τιμώμενο Άγιο της, και τέλος έχουμε και τον Κατανυκτικό εσπερινό που τελείται μόνο κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ονομάζεται κατανυκτικός διότι κάποια τροπάρια που ψάλλονται ονομάζονται κατανυκτικά, αλλά και λόγω του ότι κατά τη διάρκειά του γίνεται η αλλαγή των αμφίων του Ιερέως και της Αγίας τραπέζης από χαροποιία σε πένθιμα, όταν ψάλλεται το «μέγα». προκείμενο».
Το Μεσονυκτικό, ο Όρθρος και οι Ώρες
Είναι οι Ιερές Ακολουθίες εκείνες που τελούνται καθημερινά το πρωί. Οι Ιερές ακολουθίες αρχίζουν με το Μεσονυκτικό, που σήμερα στα Μοναστήρια γίνονται «εν τω μέσω της νυκτός», και περιλαμβάνει τροπάρια, ψαλμούς, ύμνους και ευχές προς τον Θεό που μας αξιώνει να δούμε το φως της νέας ημέρας. Διακρίνεται σε μεσονυκτικό της Κυριακής, του Σαββάτου, της Τεσσαρακοστής κ.α.
Ακολουθεί η ακολουθία του Όρθρου, που είναι ψαλμοί, τροπάρια και ύμνοι που αναφέρονται κυρίως στο εορταζόμενο άγιο της ημέρας, ή της εορτής, αλλά και ύμνους προς τον Θεό και την Θεοτόκο. Διακρίνεται σε όρθρο της Κυριακής, του Σαββάτου, της εορτής, της Σαρακοστής κ.α.
Οι Ώρες είναι Ακολουθίες που γίνονται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα της ημέρας. Η Α΄ ώρα γίνεται με το τέλος της ακολουθίας του όρθρου, η Γ΄ ώρα γύρω στις 9 το πρωί, η ΣΤ΄ γύρω στις 12 το μεσημέρι και η Θ΄ πριν τον εσπερινό της επόμενης ημέρας, γύρω στις 3 το απόγευμα.
Είναι κατά βάσιν ψαλμοί και τροπάρια, που αναφέρονται στα γεγονότα της ζωής και του πάθους του Κυρίου μας. «Κύριε ο το πανάγιον σου πνεύμα εν τη Τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας...», «ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα τω Σταυρώ προσηλώσας...», «ο εν τη ενάτη ώρα δι ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος.. .».
Υπάρχουν και οι Μεγάλες και Βασιλικές Ώρες που τελούνται κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων και τη Μ. Παρασκευή, κατά τις τελευταίες παρών και ο αυτοκράτορας, εξ ού και Βασιλικές, και αναφέρονται ιδιαίτερα στα μεγάλα γεγονότα της ημέρας που τελούνται από την Εκκλησία μας.