Η περικοπή Ιωάννης 1:1–17, που διαβάζεται στην Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, είναι το θεολογικό «κλειδί» για να κατανοηθεί το Πάσχα όχι μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως φανέρωση του ίδιου του Θεού μέσα στην ιστορία. Η Εκκλησία δεν αρχίζει την αναστάσιμη χαρά από τον κενό τάφο, αλλά από την αιώνια αρχή: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος». Έτσι δηλώνεται ότι ο Αναστάς Χριστός δεν είναι απλώς ένας δίκαιος άνθρωπος που δικαιώθηκε από τον Θεό, αλλά ο προαιώνιος Υιός, ο Λόγος του Πατρός, ομοούσιος με Αυτόν: «καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος».
Ο Ευαγγελιστής τονίζει ότι «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο». Η κτίση δεν είναι προϊόν τυφλής ανάγκης, αλλά καρπός θελήσεως και αγάπης του Τριαδικού Θεού. Εδώ βρίσκεται και η βάση της πασχαλινής ελπίδας: Εκείνος που δημιούργησε τα πάντα, είναι ο ίδιος που ανακαινίζει τα πάντα με την Ανάστασή Του. Η Ανάσταση δεν είναι μια απλή επιστροφή στη βιολογική ζωή, αλλά η είσοδος της κτίσης σε νέα κατάσταση ύπαρξης, σε σχέση κοινωνίας με τον Δημιουργό.
«Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων». Η ζωή δεν είναι κάτι που ο Χριστός «δίνει» εξωτερικά· είναι Αυτός ο ίδιος η Ζωή. Στην Ορθόδοξη εμπειρία, η σωτηρία δεν νοείται κυρίως ως νομική απαλλαγή, αλλά ως θεραπεία και θέωση: η αποκατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης με μετοχή στη ζωή του Θεού. Το «φῶς» δεν είναι ηθική ιδέα ή διανοητική γνώση, αλλά άκτιστη ενέργεια του Θεού που φωτίζει τον άνθρωπο και τον κάνει ικανό να επικοινωνεί με Αυτόν.
Το σκοτάδι «οὐ κατέλαβεν» το φως. Η φράση δηλώνει και νίκη και κρίση: το σκότος ούτε μπόρεσε να το σβήσει, ούτε να το κατανοήσει. Με την Ανάσταση φανερώνεται ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Το Πάσχα γίνεται έτσι αποκάλυψη ότι το φως του Χριστού είναι ακατάλυτο, ακόμη κι όταν φαίνεται να σκεπάζεται από τον σταυρό και τον τάφο.
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος παρουσιάζεται ως μάρτυρας: «ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν». Η πίστη υπάρχει μέσα στην Εκκλησία ως μαρτυρία: από τους Προφήτες, τον Πρόδρομο, τους Αποστόλους, τους Μάρτυρες, τους Αγίους. Δεν είναι ιδιωτική επινόηση, αλλά συμμετοχή σε ζωντανή παράδοση εμπειρίας του Αναστάντος Χριστού.
Κορύφωση του Ευαγγελικού αναγνώσματος είναι το γεγονός ότι: «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Η ενανθρώπηση είναι ο δρόμος της σωτηρίας: ο Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να τη θεραπεύσει εκ των έσω. Κατά τον άγιο Αθανάσιο, ο Λόγος έγινε άνθρωπος «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Στο Πάσχα βλέπουμε τον σκοπό της ενανθρωπήσεως να φανερώνεται πλήρως: η ανθρώπινη φύση, ενωμένη με τον Θεό Λόγο, περνά μέσα από τον θάνατο και ανασταίνεται, ανοίγοντας τον δρόμο για όλη την ανθρωπότητα.
«Ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» σημαίνει ότι ο Θεός “κατασκηνώνει” ανάμεσά μας. Η Εκκλησία βλέπει εδώ και Ευχαριστιακή προοπτική: ο Χριστός παραμένει παρών, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως ζωντανή παρουσία μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα. Το «πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» δηλώνει ότι η αλήθεια δεν είναι ιδεολογία, αλλά πρόσωπο, και η χάρη δεν είναι απρόσωπη δύναμη, αλλά δωρεά κοινωνίας.
Η αντίθεση «ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως… ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ» δεν υποτιμά την Παλαιά Διαθήκη· δείχνει τη μετάβαση από την προετοιμασία στην εκπλήρωση. Ο νόμος παιδαγωγεί, η χάρη ζωοποιεί. Στην Ανάσταση, ο άνθρωπος δεν καλείται απλώς να τηρήσει εντολές, αλλά να γίνει «τέκνον Θεοῦ» «ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν»—δηλαδή να ζήσει νέα γέννηση, που στην εκκλησιαστική ζωή φανερώνεται στο Βάπτισμα και τρέφεται στην Ευχαριστία.
Έτσι, η ανάγνωση του Προοιμίου του Ιωάννη την Κυριακή του Πάσχα διακηρύσσει: ο Αναστάς είναι ο Δημιουργός, η Ζωή, το Φως, ο Ενανθρωπήσας και Δοξασθείς Λόγος. Και η Ανάσταση προσκαλεί τον άνθρωπο να εξέλθει από την τυραννία της αμαρτίας και του θανάτου και να εισέλθει στο φως της εν Χριστώ κοινωνίας, ώστε από το «πλήρωμά» Του να λαμβάνει «χάριν ἀντὶ χάριτος» ως καθημερινή εμπειρία ζωής μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.
