Ἔρχεται καί πάλι στή Βηθλεέμ τῶν καρδιῶν τῶν ἀγαπημένων ἀνθρώπων καί ζητάει τόπο νά γεννηθεῖ, νά μπεῖ στή ζωή μας, κι ἄς ἔχει καταντήσει ἕνας δυσώδης στάβλος ἐλλόγων.
Ἡ γῆ μας σήμερα ἔχει γίνει ἕνα ἀπέραντο «σπήλαιο ληστῶν» –στήν κυριολεξία καί στή μεταφορά – κι ὁ καθένας μας, ἄν θέλει ν ̓ἀνοίξει τά μέσα, θά δεῖ τόν ἑαυτό του γεμάτο ἀπό πληγές, σάν ἐκεῖ πούάντησε ὁ δοιχε. καλός Σαμαρείτης.
Οἱ κάτοικοι τοῦ πλανήτη μας καταπληγωμένοι ἀπό τίς δικές μας καί τίς ξένες ἁμαρτίες. Ἴσως ποτέ ἄλλοτε δέν χύθηκε τόσο παράλογα τόσο ἀνθρώπινο αἷμα. Ποτέ δέ σφαγιάστηκαν τόσα βρέφη – οἱ ἐλπίδες μας – ἀπό τό μίσος τοῦ ἀνθρωποκτόνου.
Μά, νά πού πάλι ἔρχεται, νήπιο ἀνυπεράσπιστο, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μέσα στό σκοτάδι μας, «ἅψας φῶς τήν αὑτοῦ σάρκα». Ἔρχεται καί ζητάει τόπο στίς παγωμένες, ἀπό τά λογῆς εἴδωλα πού σφιχτά κρατᾶμε, καρδιές μας, ὄχι γιά νά ζεσταθεῖ, ἀλλά γιά νά τίς ζεστάνει, νά τίς περιπτυχθεῖ, ὅπως ἐύβάουν τόν βρέφος του ἁπλώνει. σηκώσουν. Κι ὅποιος σκύβει γιά νά σηκώσει, σηκώνεται καί βλέπει μέ ἄλλο μάτι τόν κόσμο.
Κι ὅταν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὑψωθοῦμε μέ ἀγκαλοφορούμενο πάνω στίς στεγνωμένες μας καρδιές Θεό – βρέφος, καθένας, κάθε σπίτι, κάθε μικρή ἤ μεγάλη κοινωνία, ἡ κτίση ὅλη θά ̓χει γαληνέψει, θά̓χει δεῖ τό «φῶς λάβει τό ἀληθινό». , καί ὁ ὕμνος τῶν ἀγγέλων τῆς ἅγιας νύχτας τῆς Γεννήσεως θά εἶναι ὕμνος δοξαστικός καί τῆς δικῆς μας σωτηρίας.
Ἔρχεται! Διαλαλῆστε το ! Ἔρχεται καί ποθεῖ τόν ἐναγκαλισμό μας. Εἶναι δικός μας, γιατί ἦρθε γιά μᾶς…