Κυκλοφορεί κατά καιρούς ο ισχυρισμός ότι οι Ορθόδοξοι κληρικοί φορούν «γυναικεία ενδύματα» (ράσο) για να «καλυφθεί» δήθεν ο εκτοπισμός αρχαίων «ιερειών» και ο «σφετερισμός» του ιερατείου από άνδρες. Πρόκειται για αφήγημα που δεν στέκει ούτε ιστορικά ούτε θεολογικά. Βασικά είναι γελοίο. Αλλά επειδή, δυστυχώς, υπάρχουν αρκετοί αδαείς και ακατήχητοι που πιστεύουν τέτοιους ισχυρισμούς και τους αναπαράγουν, ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.
1) Από πού προέρχεται το ράσο;
Στην αρχαιότητα, ο χιτώνας (και γενικότερα τα μακριά ενδύματα) ήταν κοινός τρόπος ένδυσης στην Ελλάδα και τη Ρώμη. Δεν λειτουργούσε με τη νεότερη αντίληψη «αντρικό–γυναικείο» όπως τη φανταζόμαστε σήμερα. Αυτό που διαφοροποιούσε την εμφάνιση ήταν η ποιότητα του υφάσματος, τα στολίδια, ο τρόπος ζωσίματος, η κοινωνική τάξη.
Στον χώρο της αρχαίας ελληνικής παιδείας είναι γνωστό ότι η εξωτερική εμφάνιση μπορούσε να δηλώνει ήθος: οι φιλόσοφοι και οι δάσκαλοι συχνά προέβαλλαν την απλότητα ως στάση ζωής, σε αντίθεση με τη ματαιοδοξία. Η λιτή ενδυμασία στην αρχαιότητα μπορούσε να νοηθεί ως σημάδι εγκρατείας, αυτοκυριαρχίας και αποστασιοποίησης από την επίδειξη. Οι Χριστιανοί δεν αντέγραψαν «φιλοσοφική στολή», όμως έζησαν σε περιβάλλον όπου η απλότητα είχε ήδη αναγνωρίσιμη αξία ως ήθος.
Όταν αναπτύχθηκε ο μοναχισμός (4ος αιώνας και εξής), η Εκκλησία έδωσε στην απλή ενδυμασία νέο περιεχόμενο: όχι απλώς «λιτότητα για λόγους φιλοσοφίας», αλλά άσκηση, μετάνοια, αποταγή και αφιέρωση στον Χριστό. Έτσι, από την καθημερινή λιτή ενδυμασία της ύστερης αρχαιότητας, και ιδιαίτερα μέσα από τον μοναχισμό, φθάσαμε στα ενδύματα που σήμερα ονομάζουμε «ράσο».
2) Είχαν οι παγανιστές ιερείς «ιδιαίτερη στολή»;
Στον αρχαίο Ελληνικό και Ρωμαϊκό κόσμο πράγματι υπήρχαν κατά περίσταση διακριτικά ενδύματα για τελετές: στεφάνια, ταινίες, ειδικά καλύμματα κεφαλής, χρώματα ή σύμβολα που δήλωναν αξίωμα. Σε πολλά ιερατεία η θρησκευτική λειτουργία ήταν συνδεδεμένη με την πόλη και την πολιτική τάξη. Άρα, η «περιβολή» συχνά λειτουργούσε και ως σήμα δημoσίου αξιώματος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπήρχε παντού ένας ενιαίος τύπος «στολής» όπως τη φανταζόμαστε σήμερα. Ούτε σημαίνει ότι η Εκκλησία κληρονόμησε αυτούσιο παγανιστικό μοντέλο. Στον Χριστιανισμό η ιερωσύνη δεν είναι πολιτικό αξίωμα της πόλης· είναι διακονία μέσα στο Σώμα του Χριστού, με κέντρο την Ευχαριστία.
3) Ο Παχώμιος και η κοινή μοναχική ενδυμασία
Σημαντικό ιστορικό σημείο: στην Αίγυπτο ο όσιος Παχώμιος (4ος αι.) θεωρείται από τους πρωτοπόρους του κοινοβιακού μοναχισμού. Μέσα στην κοινοβιακή οργάνωση είναι φυσικό να εμφανιστεί και μια κοινή, απλή ενδυμασία, ως στοιχείο τάξεως, ισότητας και ασκήσεως. Δεν πρόκειται για «θεατρική στολή», αλλά για πρακτικό μέτρο: να αποφεύγονται οι διακρίσεις, η πολυτέλεια, ο ανταγωνισμός και να καλλιεργείται κοινός τρόπος ζωής.
Αυτό βοηθά να κατανοηθεί και κάτι ακόμη: το ράσο όπως το ξέρουμε σήμερα συνδέθηκε κυρίως με τον μοναχισμό, επειδή ο μοναχισμός απαιτούσε σταθερό πλαίσιο ζωής. Αντίθετα, ο νυμφευμένος εφημέριος που ζει μέσα στον κόσμο συχνά ακολουθούσε την απλή κοινωνική ενδυμασία του τόπου του, χωρίς να προκύπτει παντού και πάντα μία υποχρεωτική «στολή».
4) Αναφορές Συνοδικών Κανόνων περί ενδυμασίας κληρικών και μοναχών
Οι ιεροί Κανόνες δεν γράφτηκαν για να περιγράψουν είδη και σχέδια ενδυμάτων. Όμως, έμμεσα δίνουν εικόνα: ενδιαφέρονται να προασπίσουν τη σοβαρότητα και το ήθος του κλήρου και του μοναχισμού και αποτρέπουν την κοσμική επίδειξη.
Ορισμένοι Κανόνες Συνοδικών κειμένων (4ος–7ος αι.) ελέγχουν την πολυτέλεια, τα «εκκεντρικά» ή επιδεικτικά ενδύματα και τη συμπεριφορά που σκανδαλίζει. Αυτό δείχνει ότι οι κληρικοί κινούνταν μέσα στην κοινωνία και υπήρχε πραγματικός πειρασμός μίμησης της κοσμικής μόδας.
Άλλοι Κανόνες ρυθμίζουν ζητήματα μοναχικής τάξεως (τι σημαίνει μοναχός, πώς ζει, πώς διακρίνεται από τον λαϊκό βίο). Από αυτά συμπεραίνεται ότι η Εκκλησία επιθυμούσε η εξωτερική εμφάνιση να συμφωνεί με τον τρόπο ζωής: σεμνότητα, σταθερότητα, αποχή από επίδειξη.
Οι Κανόνες παρουσιάζουν ποιμαντική μέριμνα: να μην μετατρέπεται ο κλήρος σε κοινωνικό θέαμα και ο μοναχισμός σε προσωπικό ύφος αυτοπροβολής.
5) Διαφορά Παγανιστικού Ιερατείου και Χριστιανικού
Στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη υπήρχαν και ιέρειες και ιερείς, με σημαντικούς κατά τόπους ρόλους (π.χ. Πυθία, Εστιάδες). Όμως οι ρόλοι αυτοί ήταν συνδεδεμένοι με συγκεκριμένες λατρείες, θεότητες και πόλεις, πολλές φορές με κοινωνικές προϋποθέσεις ή πολιτική ισχύ. Δεν είναι ένα ενιαίο «ιερατείο» που απλώς αντικαταστάθηκε από τους Χριστιανούς.
Στον Χριστιανισμό, το ιερατείο νοείται μέσα στο φως του Χριστού. Η Καινή Διαθήκη μιλά για τον Χριστό ως Μέγα Αρχιερέα (Εβρ. 4:14), με όρους που παραπέμπουν στον Ιουδαϊκό θεσμό του Αρχιερέα, όχι σε παγανιστικό ιερατείο. Η θυσία του Χριστού είναι μία και ολοκληρωτική, και η ιερατική διακονία της Εκκλησίας είναι Ευχαριστιακή, ποιμαντική και συμμετοχή στην Ιερωσύνη του Χριστού, όχι μαγική, μαντική ή πολιτική.
Ως προς το ότι η Εκκλησία δεν έχει γυναικείο ιερατείο, το εξηγεί θεολογικά μέσα από τον τρόπο που κατανοεί το μυστήριο Χριστού–Εκκλησίας (Εφ. 5:25 κ.ε.). Αυτό δεν μειώνει τη γυναίκα. Η τιμή προς την Παναγία, και όλες τις γυναίκες που χαριτώθηκαν από το δώρο της αγιότητας, είναι κεντρική. Η κλήση για αγιότητα είναι κοινή· οι διακονίες δεν ταυτίζονται όλες μεταξύ τους.
Το ράσο δεν είναι «γυναικείο ένδυμα» ούτε ιστορικό άλλοθι για κάποια υποτιθέμενη «εκτόπιση ιερειών». Είναι καρπός μιας πορείας σεμνότητας και εκκλησιαστικής τάξεως, με ρίζες στην κοινή ενδυμασία της ύστερης αρχαιότητας και με ισχυρή σφραγίδα από τον μοναχισμό (και την κοινοβιακή οργάνωση που, ήδη από τον Παχώμιο, ζητούσε κοινό τρόπο ζωής). Οι δε κανόνες των Συνόδων, έστω και έμμεσα, δείχνουν το ζητούμενο: όχι επίδειξη, όχι κοσμικό φρόνημα, αλλά ευταξία και ήθος.
