Η Τρίτη Κυριακή των Νηστειών, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, τοποθετεί στο κέντρο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τον Τίμιο Σταυρό. Η Εκκλησία δεν το κάνει για να «διακοσμήσει» τη νηστεία με ένα θρησκευτικό σύμβολο, αλλά για να υπενθυμίσει ότι ο δρόμος της ασκήσεως και της μετάνοιας οδηγεί στο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Ο Σταυρός προβάλλεται ως σημείο παρηγοριάς και ενισχύσεως: είναι το ξύλο πάνω στο οποίο ο Χριστός «ἑκουσίως» προσέφερε τον εαυτό Του για τη σωτηρία του κόσμου.
Γιατί όμως οι Χριστιανοί προσκυνούμε τον Τίμιο Σταυρό; Πρώτα, επειδή ο Σταυρός είναι άρρηκτα δεμένος με το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού και το έργο Του. Δεν προσκυνούμε ένα τυχαίο αντικείμενο, ούτε αποδίδουμε στον Σταυρό κάποια αυτοτελή «θεϊκή δύναμη» σαν να ήταν μαγικό φυλαχτό. Τον τιμούμε ως το όργανο της θείας οικονομίας, όπου φανερώθηκε η αγάπη του Θεού με τρόπο ιστορικό, συγκεκριμένο και σωτηριώδη. Όπως η Γέννηση του Χριστού δεν είναι ένας μύθος αλλά γεγονός, έτσι και ο Σταυρός δεν είναι ιδέα, αλλά πραγματικό σημείο της θυσίας Του.
Δεύτερον, η προσκύνηση του Σταυρού είναι ομολογία πίστεως. Σε έναν κόσμο που θεωρεί τον σταυρικό θάνατο ντροπή ή αποτυχία, η Εκκλησία κηρύττει ότι ο Σταυρός είναι δύναμη Θεού. Δεν εξυμνούμε τον πόνο για τον πόνο, ούτε θεοποιούμε τη βία ή την αδικία. Τιμούμε την ελευθερία της αγάπης: ο Χριστός δεν νικήθηκε, αλλά νίκησε «διὰ τοῦ Σταυροῦ» την αμαρτία και τον θάνατο. Η προσκύνηση, λοιπόν, δεν είναι συναισθηματική έξαρση· είναι δοξολογία και ομολογία: ο Εσταυρωμένος Ιησούς είναι ο Σωτήρας και Λυτρωτής μου.
Τρίτον, ο Σταυρός λειτουργεί ως πνευματικό μέτρο της χριστιανικής ζωής. Ο Κύριος καλεί τον άνθρωπο να σηκώσει τον δικό του σταυρό: να νικήσει τον εγωκεντρισμό, να μάθει την υπομονή, την συγχώρηση και την ταπείνωση. Έτσι, η προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού δεν αφορά μόνο ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά γίνεται κάλεσμα μεταμορφώσεως του παρόντος.
Μένει, όμως, το κρίσιμο ερώτημα: γιατί αυτή η πράξη δεν αποτελεί ειδωλολατρία; Η απάντηση βρίσκεται στη διάκριση που κάνει η Ορθόδοξη θεολογία ανάμεσα στη λατρεία και στην τιμητική προσκύνηση. Λατρεία (η απόλυτη προσφορά και δοξολογία) ανήκει μόνο στον Τριαδικό Θεό. Η Εκκλησία δεν λατρεύει τον Σταυρό ως θεότητα. Αντίθετα, αποδίδει τιμή σε κάτι που σχετίζεται με τον Θεό, επειδή παραπέμπει στον Χριστό και στο σωτηριώδες έργο Του.
Αυτό φαίνεται και σε μια απλή εμπειρία της καθημερινότητας: όταν τιμούμε μια σημαία, δεν λατρεύουμε το ύφασμα, αλλά σεβόμαστε αυτό που εκφράζει. Όταν ασπαζόμαστε μια φωτογραφία αγαπημένου προσώπου, δεν μπερδεύουμε το χαρτί με τον άνθρωπο, αλλά εκδηλώνουμε σχέση και αγάπη. Κατά ανάλογο τρόπο, ο ασπασμός του Σταυρού είναι εκδήλωση τιμής προς τον Χριστό. Η τιμή «περνά» στο Πρωτότυπο, δεν σταματά στο υλικό αντικείμενο.
Επιπλέον, η ειδωλολατρία προϋποθέτει ότι ένα κτιστό πράγμα θεωρείται θεός ή ότι του αποδίδεται απόλυτη σωτηριώδης δύναμη ανεξάρτητα από τον αληθινό Θεό. Στην Εκκλησία, όμως, κάθε τιμώμενο σημείο (ο Σταυρός, οι εικόνες, τα άγια λείψανα) νοείται μέσα στη σχέση του με τον Θεό και μέσα στη ζωή της Χάριτος. Ο Σταυρός δεν «αντικαθιστά» τον Χριστό· μαρτυρεί τον Χριστό. Δεν είναι ένας άλλος θεός, αλλά το σημείο της νίκης του μόνου Θεού που έγινε άνθρωπος.
Γι’ αυτό και η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως γίνεται μια στάση αναπνοής στη μέση της Νηστείας: η Εκκλησία υψώνει τον Σταυρό για να θυμίσει ότι η μετάνοια δεν είναι καταπίεση, αλλά πορεία προς την Ανάσταση. Προσκυνούμε τον Τίμιο Σταυρό γιατί είναι το σημείο της αυτοθυσιαστικής αγάπης του Χριστού και γιατί, κοιτάζοντάς τον, μαθαίνουμε τι σημαίνει να ζει κανείς «ἐν Χριστῷ»: με πίστη, ελπίδα και αγάπη που δεν νικιούνται από τον θάνατο.
