Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την Υπεραγία Θεοτόκο δεν είναι ένα «ευλαβικό παράρτημα» της πίστεως, ούτε ένα δόγμα που προστέθηκε αργότερα. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με το ποιος είναι ο Χριστός και με το πώς ο Θεός έσωσε τον άνθρωπο. Ό,τι λέμε για την Παναγία, το λέμε τελικά για να ομολογήσουμε καθαρά την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού: ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ένας και ο αυτός, χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση.
Η Εκκλησία ονομάζει την Παρθένο Μαρία «Θεοτόκο» (δηλαδή αυτή που γέννησε τον Θεό), όχι επειδή η Θεότητα έχει αρχή ή επειδή η Παναγία «γεννά» τη θεία φύση. Ο όρος δηλώνει ότι Αυτός που γεννήθηκε από αυτήν είναι αληθινά Θεός. Η Παναγία γέννησε κατά σάρκα τον ίδιο τον Υιό του Θεού, ο οποίος προσέλαβε αληθινή ανθρώπινη φύση από εκείνη. Γι’ αυτό ο τίτλος «Θεοτόκος» είναι πρώτα απ’ όλα Χριστολογικός: προστατεύει την αποκάλυψη ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι ένας απλός άνθρωπος που «κατοικήθηκε» από τον Θεό, αλλά ο ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος. Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος (Έφεσος, 431) σφράγισε αυτήν την ομολογία, επειδή διακυβευόταν η αλήθεια του προσώπου του Χριστού.
Μαζί με τον τίτλο «Θεοτόκος», η Εκκλησία υμνεί την Παναγία ως «Αειπάρθενο»: πριν από τον τόκο, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Αυτό δεν προβάλλεται σαν μια λεπτομέρεια που εξαντλείται σε σωματικούς όρους, αλλά σαν σημείο ότι η γέννηση του Χριστού είναι έργο του Θεού και αρχή μιας νέας ζωής για τον άνθρωπο. Δηλώνει ότι η ενανθρώπηση δεν είναι ένα απλό ιστορικό επεισόδιο, αλλά «καινή κτίσις»: ο Θεός εισέρχεται αληθινά στην ανθρώπινη ύπαρξη, και η σωτηρία φανερώνεται ως δωρεά χάριτος, όχι ως προϊόν ανθρώπινης δύναμης.
Αξίζει ακόμη να διευκρινιστεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως (Immaculata Conceptio), δηλαδή την ιδέα ότι η Παναγία συνελήφθη χωρίς το «προπατορικό αμάρτημα» με έναν τρόπο που την εξαιρεί από την κοινή ανθρώπινη κατάσταση από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς της. Η Ορθόδοξη θεολογία τιμά την Θεοτόκο ως Πανάχραντη και Παναγία, αναγνωρίζοντας την αγιότητά της ως καρπό της χάριτος του Θεού και της ελεύθερης συνεργίας της. Όμως κατανοεί διαφορετικά αυτό που στη Δύση ονομάστηκε «προπατορικό αμάρτημα»: στην Ορθόδοξη παράδοση δεν μιλάμε τόσο για κληρονομική νομική ενοχή, όσο για κληρονομική φθορά, θνητότητα και ροπή προς την αμαρτία, δηλαδή για μια πληγωμένη ανθρώπινη κατάσταση. Η Θεοτόκος ανήκει πραγματικά στο ανθρώπινο γένος και μοιράζεται τη δική μας θνητή και παθητή ανθρώπινη κατάσταση, ώστε ο Χριστός, λαμβάνοντας από εκείνη αληθινή ανθρώπινη φύση, να νικήσει μέσα της τη φθορά και τον θάνατο. Την προσλαμβάνει όμως χωρίς αμαρτία, επειδή η αμαρτία δεν είναι στοιχείο της φύσεως, αλλά έργο της προαιρέσεως. Έτσι, η Εκκλησία δεν χρειάζεται ένα δόγμα «εξαιρέσεως» για να τιμήσει την Παναγία· βλέπει την αγιότητά της μέσα στο μυστήριο της σωτηρίας, ως καρπό της χάριτος του Θεού και της ελεύθερης συγκατάθεσής της.
Η τιμή προς την Θεοτόκο μέσα στην Ορθοδοξία είναι τιμή «σχετική» και όχι λατρεία. Η Εκκλησία λατρεύει μόνο τον Τριαδικό Θεό. Όμως τιμά τους αγίους και ιδιαιτέρως την Παναγία, διότι μέσα στη ζωή τους φαίνεται η χάρις του Θεού, και διότι αποτελούν ζωντανά και δοξασμένα μέλη του Σώματος του Χριστού. Η Παναγία τιμάται περισσότερο από όλους τους αγίους ως «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ», γιατί αξιώθηκε να γίνει η μητέρα του Κυρίου, με πλήρη ελευθερία, υπακοή και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λκ 1:38). Η θεολογία της Εκκλησίας δεν βλέπει αυτή την υπακοή ως παθητική πράξη, αλλά ως συνεργία της ανθρώπινης ελευθερίας με την θεία χάρη.
Εδώ βρίσκει απάντηση και το ερώτημα: γιατί, όταν προσευχόμαστε προς την Υπεραγία Θεοτόκο, ζητάμε τις πρεσβείες της; Η «πρεσβεία» στην Ορθόδοξη εμπειρία δεν είναι μια νομική «μεσολάβηση» σαν να μην μας ακούει ο Θεός αν δεν υπάρχει τρίτος. Ο Θεός ακούει άμεσα κάθε άνθρωπο. Η πρεσβεία είναι έκφραση εκκλησιαστικής κοινωνίας και αγάπης: ζητούμε από έναν άγιο να προσευχηθεί μαζί μας και για μας. Όπως ζητάμε από έναν αδελφό μας στη γη να προσευχηθεί, έτσι ζητάμε και από τους αγίους, οι οποίοι ζουν εν Χριστώ και δεν αποκόβονται από την Εκκλησία με τον θάνατο. Η Θεοτόκος, ως η πιο κοντινή στον Χριστό κατά την ανθρώπινη σχέση και ως η «πλατυτέρα των ουρανών» κατά την χάρη, έχει ιδιαίτερη παρρησία, όχι επειδή «επιβάλλεται» στον Θεό, αλλά επειδή η αγιότητά της είναι καρπός της πλήρους ένωσης με το θέλημά Του.
Γι’ αυτό και στη λατρεία ακούμε συχνά το: «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Η φράση αυτή μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση, αν την καταλάβει κανείς με τρόπο απόλυτο, σαν η Παναγία να είναι «σωτήρας» αντί του Χριστού. Στην Ορθόδοξη γλώσσα, το ρήμα «σώζω» δεν χρησιμοποιείται μόνο για την αιώνια λύτρωση που ανήκει στον Θεό, αλλά και με την έννοια της βοήθειας, της προστασίας, της απελευθέρωσης από κινδύνους, της θεραπείας, της ενίσχυσης. Λέμε π.χ. «σώσε με» και εννοούμε «βοήθησέ με», «βγάλε με από στενοχώρια», «προστάτεψέ με». Η σωτηρία, με τον βαθύτερο χριστιανικό της πυρήνα, είναι η κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, η νίκη κατά της αμαρτίας και του θανάτου, η θέωση κατά χάριν. Αυτήν την σωτηρία την πραγματοποιεί μόνο ο Χριστός: με την ενανθρώπηση, τον Σταυρό, την Ανάσταση και την αποστολή του Αγίου Πνεύματος.
Πώς, λοιπόν, «σώζει» η Θεοτόκος; Σώζει με τρόπο συμμετοχικό και παρακλητικό: με τις πρεσβείες της, με την μητρική προστασία, με την βοήθεια που παρέχει ο Θεός δια των προσευχών της. Η Θεοτόκος δεν αντικαθιστά τον Χριστό ούτε παίρνει τη θέση Του. Εκείνος είναι ο μόνος Λυτρωτής και Σωτήρας. Εκείνη είναι η πιο δοξασμένη δούλη του Κυρίου, η μητέρα Του κατά σάρκα, και η ισχυρότερη πρέσβειρα μέσα στην Εκκλησία και ενώπιον του Υιού της.
Τελικά, η τιμή προς την Υπεραγία Θεοτόκο οδηγεί στον Χριστό. Αν η Παναγία αποκοπεί από τον Χριστό, χάνει το νόημά της. Αν όμως μείνει μέσα στο μυστήριο της ενανθρώπησης, τότε γίνεται για τον πιστό ένας τρόπος να μάθει την υπακοή, την καθαρότητα της καρδιάς, την προσευχή, και την ελπίδα ότι ο Θεός μπορεί να κατοικήσει μέσα στον άνθρωπο. Γι’ αυτό και η Ορθόδοξη ευλάβεια προς την Παναγία δεν είναι ανταγωνισμός προς τον Κύριο, αλλά ευχαριστία προς τον Θεό που, δια της Θεοτόκου, το σωτηριώδες έργο έγινε πραγματικό ιστορικό γεγονός και προσφορά καινής ζωής.
