Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός δάσους όπου τα δέντρα ψιθύριζαν με τον άνεμο, ζούσε ένας γέροντας που τον έλεγαν Νικόλα. Δεν ήταν πλούσιος ούτε σπουδαίος στα μάτια του κόσμου. Όμως, όποιος περνούσε από το μικρό του σπίτι έφευγε πιο ήρεμος απ' ό,τι είχε έρθει.
Ένα απόγευμα, ένα αγόρι, ο Μάρκος, τον πλησίασε και τον ρώτησε:
«Παππού Νικόλα, πώς γίνεται όλοι να λένε πως η καρδιά σου είναι γεμάτη φως;»
Ο γέροντας χαμογέλασε γλυκά και του είπε:
«Το φως, παιδί μου, δεν γεννιέται μέσα μας. Ανάβει κάθε φορά που μοιραζόμαστε λίγη καλοσύνη χωρίς να περιμένουμε αντάλλαγμα.»
Ο Μάρκος τον κοίταξε με απορία.
«Και πού βρίσκει κανείς αυτή την καλοσύνη;»
«Στις μικρές πράξεις. Σ' ένα χέρι που βοηθά, σ' έναν λόγο που παρηγορεί, σ' ένα βλέμμα που καταλαβαίνει τον πόνο του άλλου.»
Το παιδί έμεινε για λίγο σιωπηλό και ύστερα ρώτησε:
«Κι αν κάνω λάθη; Αν κάποτε δεν τα καταφέρω;»
Ο Νικόλας ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο του.
«Όλοι κάνουμε λάθη. Η καλοσύνη δεν είναι να μην πέφτεις ποτέ. Είναι να σηκώνεσαι κάθε φορά με περισσότερη αγάπη από πριν.»
Από εκείνη τη μέρα, ο Μάρκος άρχισε να προσέχει τους ανθρώπους γύρω του. Βοηθούσε χωρίς να το διαλαλεί, άκουγε χωρίς να βιάζεται να κρίνει και χαμογελούσε ακόμη κι όταν η μέρα ήταν δύσκολη.
Τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι του χωριού έλεγαν:
«Όταν ο Μάρκος είναι κοντά σου, νιώθεις πως όλα μπορούν να γίνουν λίγο πιο όμορφα.»
Κανείς δεν θυμόταν πόσα χρήματα είχε ή πόσα σπουδαία πράγματα είχε αποκτήσει. Όλοι θυμούνταν μόνο πως τους έκανε να αισθάνονται σημαντικοί.
Γιατί η αληθινή ομορφιά της καρδιάς δεν φαίνεται στο πρόσωπο, αλλά στον τρόπο που αγγίζει τις ψυχές των ανθρώπων. Κάθε πράξη αγάπης αφήνει ένα φως που συνεχίζει να λάμπει, ακόμη κι όταν εμείς έχουμε πια φύγει.
