Όταν ξεσπά μια πυρκαγιά και χάνονται ζωές και περιουσίες, η πρέπουσα αντίδραση είναι η σιωπή του σεβασμού. Χάνονται άνθρωποι, σπίτια, κόποι μιας ζωής, ζώα, δάση, μνήμες, τόποι αγαπημένοι. Κανένα εξωκκλήσι που σώθηκε, καμία εικόνα που έμεινε άθικτη, κανένας τοίχος που δεν κάηκε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σχολιάσει τον πόνο εκείνων που έχασαν τα πάντα. Ο ανθρώπινος πόνος προηγείται κάθε πικρόχολου ή άστοχου σχολιασμού.
Είναι αλήθεια ότι σε τέτοιες καταστροφές, συμβαίνει συχνά κάτι που προκαλεί συζητήσεις. Κάποιος ναός, ένα μικρό εξωκκλήσι, ή μια εικόνα μένει ανέπαφη από τις φλόγες. Κάποιοι πιστοί το βλέπουν ως σημείο παρηγοριάς. Άλλοι το ειρωνεύονται. Και τότε ακούγεται η φράση: «Ο Θεός ενδιαφέρθηκε για τα ντουβάρια Του και όχι για τους ανθρώπους ή τις περιουσίες τους».
Η φράση αυτή ακούγεται ως κατηγορία, αλλά δεν λέει όλη την αλήθεια. Περισσότερο εκφράζει πίκρα, θυμό ή προκατάληψη. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να πούμε το αυτονόητο: δεν έβαλε ο Θεός τη φωτιά. Δεν ήταν ο Θεός που άφησε ακαθάριστα τα δάση. Δεν ήταν ο Θεός που έκτισε άναρχα. Δεν ήταν ο Θεός που αμέλησε την πρόληψη. Δεν ήταν ο Θεός που δεν φρόντισε για δρόμους διαφυγής, αντιπυρικές ζώνες, καθαρισμούς, έλεγχο και σωστό σχεδιασμό. Δεν ήταν ο Θεός που έβαλε πάνω από την ανθρώπινη ζωή το κέρδος, την αδιαφορία, την προχειρότητα ή την εγκληματική σκοπιμότητα.
Αυτά είναι ανθρώπινα έργα. Ανθρώπινες επιλογές. Ανθρώπινες παραλείψεις. Ανθρώπινες ευθύνες.
Όταν, λοιπόν, καίγονται σπίτια και χάνονται ζωές, το ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο «γιατί δεν έκανε ο Θεός ένα θαύμα;». Το ερώτημα πρέπει να είναι και: γιατί δεν κάναμε εμείς όσα έπρεπε πριν φτάσουμε στο σημείο να ζητάμε θαύμα; Γιατί θυμόμαστε τον Θεό τη στιγμή της καταστροφής, αλλά ξεχνάμε την ευθύνη μας πριν από αυτήν; Γιατί ζητούμε από τον ουρανό να διορθώσει μέσα σε λίγα λεπτά όσα εμείς αφήσαμε άλυτα επί χρόνια;
Βεβαίως, όταν ένας ναός ή ένα εξωκκλήσι μένει ανέπαφο, μπορεί να υπάρχουν πρακτικές εξηγήσεις. Ίσως ο γύρω χώρος ήταν καθαρισμένος. Ίσως υπήρχε αυλή. Ίσως δεν υπήρχε πολλή καύσιμη ύλη γύρω του. Ίσως ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση. Ίσως οι συνθήκες της φωτιάς το ευνόησαν. Η πραγματικότητα της φύσης έχει τους δικούς της νόμους και δεν χρειάζεται κάθε τι που συμβαίνει να ερμηνεύεται αμέσως ως υπερφυσικό.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο πιστός απαγορεύεται να δει και κάτι βαθύτερο. Η πίστη δεν καταργεί τη λογική. Και η λογική δεν φυλακίζει τον Θεό έξω από την ιστορία. Ένας άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίζει τις φυσικές αιτίες ενός γεγονότος και ταυτόχρονα να νιώθει ότι μέσα σε αυτό υπάρχει ένα σημείο, μια παρηγοριά, μια πρόσκληση σε μετάνοια, μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν είναι μόνο στάχτη και απώλεια.
Το λάθος αρχίζει όταν χρησιμοποιούμε τη σωτηρία ενός ναού για να κατηγορήσουμε τον Θεό ότι δήθεν προτίμησε τα κτίσματα από τους ανθρώπους. Ο Θεός δεν αγαπά τα ντουβάρια περισσότερο από τα παιδιά Του. Ο ναός δεν είναι πολύτιμος επειδή έχει πέτρες, κεραμίδια και τοίχους. Είναι πολύτιμος επειδή συνδέεται με την προσευχή, τη μνήμη, την ελπίδα, την παρουσία του ανθρώπου ενώπιον του Θεού. Και αν κάποτε ένας ναός μένει όρθιος μέσα σε μια καταστροφή, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός περιφρόνησε όσους υπέφεραν. Μπορεί να σημαίνει ότι μέσα στα αποκαΐδια άφησε ένα σημάδι παρηγοριάς για όσους μπορούν να το δουν έτσι.
Όμως υπάρχει και κάτι ακόμη πιο δύσκολο να αποδεχθούμε. Ίσως ο ναός που σώθηκε να είναι ένας «προφήτης». Ίσως αυτό το μικρό «ντουβάρι», που τόσο εύκολα κάποιοι ειρωνεύονται, να μας ελέγχει. Να μας ρωτά σιωπηλά: γιατί δεν προστατεύθηκαν εγκαίρως σπίτια, χωριά, δάση και ζωές;
Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Θεός έσωσε έναν ναό. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς δεν σώσαμε όσα μπορούσαμε να σώσουμε.
Είναι εύκολο να βρίζει κανείς τον Θεό μετά την καταστροφή. Είναι εύκολο να ειρωνεύεται τους πιστούς. Είναι εύκολο να λέει πως η πίστη είναι αφέλεια ή πως οι άνθρωποι βλέπουν θαύματα επειδή δεν θέλουν να δουν την πραγματικότητα. Αλλά η πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο: η αληθινή πίστη δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη. Μας την υπενθυμίζει. Δεν μας λέει «περίμενε τα πάντα από τον Θεό». Μας λέει: «κάνε αυτό που σου αναλογεί, με σοβαρότητα, αγάπη και ευθύνη».
Ο Θεός δεν είναι άλλοθι για την αδράνειά μας. Δεν είναι υπεύθυνος για κάθε ανθρώπινη αμέλεια. Δεν είναι ο «αυτοφωράκιας» πάνω στον οποίο φορτώνουμε όσα δεν θέλουμε να παραδεχθούμε. Αν έχουμε αποτύχει ως κοινωνία στην πρόληψη, στην οργάνωση, στην προστασία της φύσης, στην προστασία των αδυνάτων, τότε το τίμιο δεν είναι να ρωτάμε μόνο γιατί δεν επενέβη ο Θεός. Το τίμιο είναι να ρωτάμε γιατί δεν ενεργήσαμε εμείς.
Αν θέλουμε, λοιπόν, να μιλήσουμε σοβαρά για τις πυρκαγιές, ας μιλήσουμε πρώτα για πρόληψη. Για ευθύνη. Για καθαρισμούς. Για σχεδιασμό. Για λογοδοσία. Για παιδεία. Για σεβασμό στη φύση. Για κρατική μέριμνα, αλλά και για προσωπική ευθύνη. Για όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν πριν δούμε ξανά ανθρώπους να τρέχουν να σωθούν από τις φλόγες, σπίτια να χάνονται και τόπους ολόκληρους να γίνονται στάχτη.
Και αν, μέσα σε όλα αυτά, κάποιος πιστός συγκινηθεί επειδή ένα εξωκκλήσι σώθηκε, ας μην τον περιγελάσουμε. Δεν σημαίνει ότι χαίρεται για τα ντουβάρια και αδιαφορεί για τους ανθρώπους. Μπορεί απλώς να κρατιέται από ένα μικρό σημάδι ελπίδας μέσα σε μια μεγάλη καταστροφή. Και ο άνθρωπος, όταν όλα γύρω του καίγονται, έχει ανάγκη από ελπίδα.
Το ζητούμενο δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στην πίστη και την ευθύνη. Το ζητούμενο είναι να πάψουμε να χρησιμοποιούμε τη μία για να αποφεύγουμε την άλλη. Η πίστη χωρίς ευθύνη γίνεται πρόσχημα. Η ευθύνη χωρίς ταπείνωση γίνεται αλαζονεία. Και η ειρωνεία μπροστά στον πόνο δεν είναι ούτε λογική ούτε πρόοδος· είναι απλώς ένας ακόμη τρόπος να μη δούμε κατάματα το χρέος μας.
Ας μην κατηγορούμε, λοιπόν, τον Θεό επειδή δεν έκανε το θαύμα που θα κάλυπτε τη δική μας εγκληματική αμέλεια. Ας κάνουμε εμείς όσα πρέπει, ώστε να μη χρειάζεται κάθε καλοκαίρι να μετράμε νεκρούς, χαμένες περιουσίες και καμένα δάση. Και αν μέσα στις στάχτες μείνει όρθιος ένας ναός, ας τον δούμε όχι ως πρόκληση απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, αλλά ως υπενθύμιση: ότι η ζωή ζητά ευθύνη, μετάνοια, φροντίδα και αλήθεια.
