Μετά ἀπό τό δεύτερο προσκύνημά του στή Ρώμη, στούς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐξελέγη τό ἔτος 647 μ.Χ. Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μάαστριχτ. Ἐκεῖ ἐργάσθηκε γιά τήν ἐξημέρωση τῶν ἠθῶν καί τῶν ἐθίμων τῶν ἐθνικῶν λαῶν καί πολλές φορές ἔσωσε, μέ τήν προσευχή του, τό ποίμνιό του ἀπό φυσικές καταστροφές. Μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, Πάπα Ρώμης († 16 Σεπτεμβρίου), συνεκάλεσε τοπικές Συνόδους κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ.
Μετά ἀπό τόσα χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως καί διακονίας, ὁ Ἅγιος Ἄμανδος, ἀφοῦ ἐνθρόνισε ὡς διάδοχό του τόν Ἅγιο Ρεμάκ, παραιτήθηκε ἀπό τόν Ἐπισκοπικό θρόνο. Συνέχισε ὅμως τό κηρυκτικό ἔργο του, τό ὁποῖο τελείωσε στή Γασκώνη καί κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη στή μονή τοῦ Ἐλνόν, τό ἔτος 680 μ.Χ.
