Στίς 15 Αὐγούστου τοῦ 1327, στήν Τβέρ, σκοτώνεται σέ μία λαϊκή ἐξέγερση, καθοδηγούμενη ἀπό τόν Ἅγιο πρίγκιπα Ἀλέξανδρο Μιχαήλοβιτς, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ χάνη Οὐζμπέκ Κόλχαν. Ὁ Ἀλέξανδρος καταφεύγει στό Πσκώφ καί ἡ πόλη τῆς Τβέρ καταλαμβάνεται καί ἀνατίθεται στόν Κωνσταντίνο Μιχαήλοβιτς, σύζυγο μιᾶς ἀνεψιᾶς τοῦ Ἰωάννου. Τό 1329 ὁ Ἰωάννης ἀποστέλλει τόν στρατό του ἐναντίον τοῦ Πσκώφ, ὁ Μητροπολίτης Θεόγνωστος ἀναθεματίζει τούς κατοίκους της, ἐπειδή ἔδωσαν ἄσυλο στόν πρίγκιπα Ἀλέξανδρο, καί ὁ Ἀλέξανδρος Μιχαήλοβιτς ἐξαναγκάζεται νά ἐγκατασταθεῖ ἀρχικά στή Λιβονία καί ἀργότερα στή Λιθουανία.
Τό ἔτος 1331 ὁ Ἰωάννης ἀποκτᾶ ἀπό τό χάνη τόν τίτλο τοῦ μεγάλου πρίγκιπα. Τά πράγματα ὅμως δέν θά ἡσύχαζαν. Τό ἔτος 1338 ὁ Ἀλέξανδρος τῆς Τβέρ πέτυχε τήν συγγνώμη τοῦ χάνη Οὐζμπέκ καί ἐπανῆλθε στόν θρόνο. Τό 1339 ὁ Ἰωάννης πηγαίνει στήν Χρυσή Ὀρδή καί κατηγορεῖ τόν Ἀλέξανδρο πώς σκευωρεῖ ἐναντίον τοῦ Χάνη. Λίγο ἀργότερα ὁ Ἀλέξανδρος καί ὁ υἱός του Θεόδωρος ἔρχονται κατηγορούμενοι στήν Χρυσή Ὀρδή καί δικάζονται. Γιά νά ταπεινώσει τήν Τβέρ, ὁ Ἰωάννης ἀφαιρεῖ τίς καμπάνες ἀπό τόν καθεδρικό ναό τοῦ Σωτῆρος καί τίς μεταφέρει στήν Μόσχα.
Κατά τήν διάρκεια τῆς ἡγεμονίας τοῦ Ἰωάννου ἐκδίδεται ἕνα πολύτιμο χειρόγραφο, γνωστό ὡς Sijskoe Evangelie, στό ὁποῖο ἔχει γραφεῖ ἕνας πανηγυρικός λόγος γιά τήν δικαιοσύνη καί τήν εἰρήνη στή Ρωσική γῆ, καί πραγματοποιεῖται ἡ οἰκοδόμηση μέ πέτρα ὁλόκληρου τοῦ ἀρχιτεκτονήματος τοῦ Κρεμλίνου. Στίς 4 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1326, ἀκολουθώντας τήν συμβουλή τοῦ ἡλικιωμένου Μητροπολίτου Πέτρου, ὁ Ἰωάννης θά ἀποτολμήσει τήν κατασκευή τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ Μόσχα θά συνεχίσει τήν παράδοση τῆς προηγούμενης πρωτεύουσας, Βλαντιμήρ, ὅπου ἡ ἀφοσίωση καί ἡ τιμή στό πρόσωπο τῆς Παναγίας εἶχε ἰδιαίτερα καλλιεργηθεῖ.
Ὁ Ἰωάννης θά διατηρήσει στενούς δεσμούς μέ τόν Μητροπολίτη Πέτρο καί ἀμέσως μετά τόν θάνατό του θά κινήσει τήν διαδικασία τῆς ἁγιοποιήσεώς του, ἀποστέλλοντας στή Σύνοδο τοῦ Βλαντιμίρ, τό ἔτος 1327, μία ἐπιστολή, πού κατέγραφε τά πραγματοποιηθέντα θαύματα ἐπάνω στόν τάφο τοῦ Μητροπολίτου Πέτρου.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μέ εἰρήνη στίς 31 Μαρτίου 1340 ἢ 1341, ἀφοῦ ἤδη εἶχε γίνει μοναχός παίρνοντας τό ὄνομα Ἀνανίας. Τό ἱερό σκήνωμά του ἐνταφιάσθηκε στόν καθεδρικό ναό τοῦ Ἀρχαγγέλου στό Κρεμλίνο.
Ἤδη κατά τήν διάρκεια τοῦ βίου του εἶχε ἀναπτυχθεῖ θρησκευτική εὐλάβεια γύρω ἀπό τό πρόσωπό του. Ὁ Ἰωάννης παρουσιάζεται ὡς ὑπερασπιστής τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς ἕνας κυβερνήτης δίκαιος καί φιλάνθρωπος. Τό Πατερικόν τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Βολοκολάμκ, τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ., μεταφέρει τήν ἀφήγηση τοῦ ἡγουμένου τοῦ Μπορόφκ, κατά τόν ὁποῖο μία μοναχή εἶδε σέ ὅραμα τήν μορφή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου μέσα στήν δόξα τοῦ Παραδείσου, νά βγάζει ἀπό τήν τσάντα του (καλιτά) θησαυρούς καί νά τούς μοιράζει στούς πτωχούς.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
