Στήν Β’ Τοπική Σύνοδο τῆς Σεβίλλης, τό ἔτος 619 μ.Χ., στήν ὁποία προήδρευε, κατατροπώθηκε ἕνας αἱρετικός μονοφυσίτης μαθητής τοῦ Σεβήρου, ἐνῷ ὁ Ἅγιος θεράπευσε ἕναν τυφλό μέ τό ἁπλό ἄγγιγμά του. Τό ἔτος 633 μ.Χ. ὁ Ἅγιος προήδρευσε καί τῆς Συνόδου τοῦ Τολέδο.
Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὑπῆρξε ἔξοχος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί κόσμημα αὐτῆς. Λίγοι δύνανται νά παραβληθοῦν μέ τόν Ἅγιο ὡς πρός τήν πολυμάθεια καί τή γνώση.
Ἡ ἐκκλησιαστική τάξη βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου τόν μεγάλο διαμορφωτή. Πίστευε ὅτι οἱ ἱερές τελετές καί οἱ Ἀκολουθίες πρέπει νά ἀντικατοπτρίζουν ὅσο πιό πολύ γίνεται τήν μεγαλοπρέπεια τῆς οὐράνιας ἱεραρχίας. Θεωρεῖται ὁ θεμελιωτής τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ πού ἐπιζεῖ μέχρι σήμερα, τήν μοζαραβικής λειτουργίας. Πλήθη συνέρρεαν στή Σεβίλλη γιά νά ἀκούσουν τόν λόγο του. Λεγόταν ὅτι ἡ σοφία του ὑπερέβαινε τή σοφία καί αὐτοῦ τοῦ βασιλέως Σολομῶντος. Τά θεία κηρύγματά του συνοδεύονταν συχνά ἀπό θαύματα πού πιστοποιοῦσαν τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Ὁ μοναχικός βίος βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου τόν θερμό ὑποστηρικτή καί βοηθό του. Ἵδρυσε καί ὀργάνωσε πολλά μοναστήρια καί ἔχτισε θεολογική σχολή γιά τήν μόρφωση τῶν κληρικῶν, στήν ὁποία σχολή καί ὁ ἴδιος συχνά δίδασκε. Ἡ ἐκπαίδευση καί ὄχι μόνο ἡ ἐκκλησιαστική, ἀποτέλεσε μέλημα καί φροντίδα τοῦ καλοῦ ποιμένα. Καμία πτυχή τῆς γνώσεως δέν τοῦ ἦταν ἀδιάφορη ἢ ξένη, γι’ αὐτό καί δίδαξε καί ἔγραψε ἐντυπωσιακά κείμενα ὅλων τῶν τότε γνωστῶν ἐπιστημῶν, ὅπως τό ἔργο «Ἐτυμολογίες ἢ περί τῆς ἀρχῆς τῶν πραγμάτων».
Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος, ὅταν ἦταν πλέον πλήρης ἡμερῶν καί ἔργων εὐσεβείας, ἀσθένησε. Αἰσθάνθηκε ὅτι ἡ πορεία του ἐδῶ στή γῆ ἔφθασε στό τέλος της. Μοίρασε ὅλα τά ὑπάρχοντά του στούς φτωχούς καί προετοίμασε τήν ἔξοδό του μέ προσευχή καί μετάνοια. Προφήτεψε ἀκόμη τήν θλιβερή ἱστορική πορεία τῆς Ἰσπανικῆς Ἐκκλησίας καί τά δεινά πού τήν περίμεναν. Τέσσερις ἡμέρες πρίν ἀπό τήν κοίμησή του ζήτησε νά τόν μεταφέρουν στό κέντρο τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ καί νά τόν τοποθετήσουν, ἐνδεδυμένο μέ ἕνα ἁπλό στιχάριο, ἐπάνω σέ στάχτη. Τότε προσευχήθηκε στόν Θεό καί Τόν παρακάλεσε νά τόν συγχωρέσει.
Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 636 μ.Χ. Τό ἱερό λείψανό του ἐναποτέθηκε μεταξύ τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου καί τῆς ἀδελφῆς του Φλωρεντίνης στόν μητροπολιτικό ναό τῆς Σεβίλλης. Ἀργότερα μετά τό σχίσμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν κορμό τῆς Μίας, Ἁγίας καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό τίμιο σκήνωμά τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου μεταφέρθηκε στήν πόλη Λεόν.
