Στή συνέχεια, ἀφοῦ μετανόησε καί ἀνένηψε, ἀπέκρουσε μέ βδελυγμία τήν πλάνη τῶν Ἀγαρηνῶν καί διέφυγε στή Ζάκυνθο καί ἀπό ἐκεῖ στήν Κρήτη. Κατέφυγε στήν ἀκμάζουσα τότε ἱερά μονή τῆς Κυρίας Ἀκρωτηριανῆς (Τοπλοῦ) Σητείας, γιά περισυλλογή καί ἄσκηση. Ἀργότερα πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐξομολογήθηκε καί μαθήτευσε κοντά στόν σοφό καί πολυμαθή διδάσκαλο Μελέτιο Συρίγο. Ἐπανῆλθε στή Σμύρνη, ὅπου κήρυξε δημόσια τόν Χριστιανισμό. Γιά τόν λόγο αὐτό συνελήφθη καί ἀφοῦ μέ σθένος ἀρνήθηκε νά προδώσει τήν πίστη του, βασανίσθηκε σκληρά καί τέλος ἀποκεφαλίσθηκε στή Σμύρνη τό 1643. Τό τίμιο λείψανό του, ἀφοῦ ἐξαγοράσθηκε ἀπό τούς Χριστιανούς, ἐνταφιάσθηκε στό ναό τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ὁ δέ Θεός, σέ ἀνταμοιβή τῆς θυσίας του, τόν ἀνέδειξε πηγή ἰαμάτων γιά ὅσους προσέτρεχαν πρός αὐτόν μέ πίστη.
