Ἀπό τήν πόλη Οὔστιουγκ, ὁ Ἅγιος Στέφανος, ξεκίνησε γιά τόν βόρειο ποταμό Ντβίνα μέχρι τή συμβολή τοῦ ποταμοῦ Βικέγκντα, περιοχή μέσα στήν ὁποία ὑπῆρχαν οἰκισμοί τῶν Ζυριανῶν. Ὁ πρόδρομος τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ὑπέφερε πολλές μοχθηρίες, ἀγῶνες, στερήσεις καί πικρίες, ζώντας ἀνάμεσα σέ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι τιμοῦσαν εἴδωλα μέ φωτιά, νερό, δένδρα, πέτρες, μία χρυσή γυναικεία φιγούρα καί ἐμπιστεύονταν τήν ζωή τους σέ μάγους.
Τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ Ἁγίου μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἄρχισε νά καρποφορεῖ. Ἐκεῖ πού ἄλλοτε ὑψωνόταν ἕνα εἴδωλο, οἰκοδομήθηκε ναός πρός τιμήν τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, νικητή τοῦ σκότους.
Ὁ ἱερέας τῶν εἰδωλολατρῶν, μετά ἀπό μία ἰσχυρή δοκιμασία κατά τήν ὁποία ἀποκαλύφθηκε ἡ πλάνη τῶν εἰδώλων, ἀρνήθηκε νά δεχθεῖ τό Φῶς τῆς Θεότητας καί αὐτοεξορίσθηκε. Καί ὁ Ἅγιος Στέφανος, γιά νά εὐχαριστήσει τόν Θεό, ἔχτισε στό Βισερό μία ἐκκλησία πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Τό ἔτος 1383 ὁ Ἅγιος Στέφανος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Πέρμ. Ὡς στοργικός πατέρας ἀφοσιώθηκε στό ποίμνιό του. Γιά νά ἐνθαρρύνει τούς νεοβαπτισθέντες ἄνοιξε σχολεῖα δίπλα στίς ἐκκλησίες, ὅπου μελετοῦσαν τά ἱερά κείμενα στήν περμιανή γλῶσσα. Τούς δίδαξε τί ἔπρεπε νά ξέρουν προκειμένου νά γίνουν ἱερεῖς καί διάκονοι γιά νά διακονήσουν τήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐπίσης καί τό πῶς νά γράφουν στήν περμιανή γλῶσσα.
Ὁ Ἅγιος Στέφανος προστάτευε τό ποίμνιό του ἀπό τίς ἀπάτες τῶν διεφθαρμένων ἀξιωματούχων, προσέφερε ἐλεημοσύνη καί τό βοηθοῦσε στήν ὀργάνωση τῆς ἄμυνάς του ἐναντίον τῶν εἰσβολῶν τῶν ἄλλων φυλῶν. Ἄλλοτε πάλι ταξίδευε στή Μόσχα καί τό Νόβγκοροντ, γιά νά ὑποστηρίξει τά συμφέροντα τῶν Ζυριανῶν, πού πολλές φορές καταπιέζονταν ἀπό τούς Ρώσους ὑπαλλήλους.
Ἡ ἱεραποστολική προσπάθεια τοῦ Ἁγίου καί ἡ προσευχή του ἀπέδωσαν καρπούς. Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τῆς Πέρμ ἀσπάσθηκαν τόν Χριστιανισμό καί τήν ἀλήθεια.
Ὅταν τό ἔτος 1390 ὁ Ἅγιος Στέφανος ταξίδευε στήν Μόσχα γιά ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας, πέρασε ἀπό τό μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονέζ. Τό μοναστήρι ἀπεῖχε ἀπό τόν τόπο πού βρισκόταν ὁ Ἅγιος Στέφανος περί τά δέκα χιλιόμετρα. Ὁ Ἅγιος Στέφανος διακαῶς ἀγαποῦσε τόν Ἅγιο ἀσκητή τοῦ Ραντονέζ καί ἐπιθυμοῦσε πάρα πολύ νά τόν ἐπισκεφθεῖ, δέν εἶχε ὅμως χρόνο γιά νά τό κάνει. Τότε ὁ Ἅγιος Στέφανος γύρισε πρός τήν κατεύθυνση τοῦ μοναστηριοῦ καί κάνοντας μία ὑπόκλιση εἶπε: «Εἰρήνη σέ ἐσένα, πνευματικέ μου ἀδελφέ». Ὁ Ἅγιος Σέργιος, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τήν στιγμή γευμάτιζε μαζί μέ τούς ἀδελφούς, σηκώθηκε, ἔκανε μία προσευχή καί ὑποκλινόμενος πρός τήν κατεύθυνση ὅπου βρισκόταν ὁ Ἅγιος Στέφανος ἀπάντησε: «Χαῖρε καί σέ ἐσένα, ἀρχηγέ τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Εἴθε ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά εἶναι μαζί σου».
Ὁ Ἅγιος Στέφανος ἵδρυσε, ἐπίσης, ἀρκετές μονές γιά τούς Ζυριανούς: τή μονή τοῦ Σωτῆρος στήν ἔρημο τοῦ Οὐλιάνωβ, τή μονή τοῦ Στεφάνωβ, τή μονή τοῦ Ἀρχαγγέλου στό Οὔστ – Βίμ καί τή μονή τοῦ Ἀρχαγγέλου στό Ἰάρενκ.
Τό ἔτος 1395 ὁ Ἅγιος Στέφανος πῆγε πάλι στή Μόσχα γιά ὑποθέσεις τοῦ ποιμνίου του. Ἐκεῖ ἀσθένησε καί μετά ἀπό λίγες ἡμέρες κοιμήθηκε μέ εἰρήνη. Τό ἱερό λείψανό του τοποθετήθηκε στήν ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως, στό Κρεμλίνο τῆς Μόσχας. Οἱ Ζυριανοί μέ πικρία θρήνησαν τό θάνατο τοῦ ποιμένα τους. Μέ εἰλικρίνεια παρακάλεσαν τόν πρίγκιπα τῆς Μόσχας καί τόν Μητροπολίτη νά στείλουν τό σκήνωμα τοῦ προστάτου τους, πίσω στήν Πέρμ, ἀλλά ἡ Μόσχα δέν θέλησε νά φύγουν ἀπό ἐκεῖ τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου.
