Ὑποτάσσεται στόν Γέροντα Παχώμιο καί μέ τίς ἀδιάλειπτες προσευχές καί νηστεῖες καί μέ τούς σκληρούς ἀγῶνες του ἀναδεικνύεται, μέ τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ, μεγάλος στήν ἄσκηση καί τήν ἀρετή. Μέ τήν σωματική καί πνευματική του ὅμως αὐτή ἄσκηση ἐξαντλήθηκε καί ἀσθένησε. Τότε μέ τήν εὐλογία τοῦ Παχωμίου ἐπιστρέφει στό σπίτι του, ὅπου ἐγκαθίσταται γιά ἀνάρρωση. Ὅμως ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος δέν ἐγκατέλειψε τήν ἄσκηση. Μόλις ἀποκαταστάθηκε μερικῶς ἡ ὑγεία του ἀποσύρθηκε σέ μικρό ἀπομονωμένο κελί μέσα στά πατρικά του κτήματα, στά Λιβάδια τῆς Χίου, συνεχίζοντας τούς πνευματικούς του ἀγῶνες. Ἐκεῖ μόναζε ἀσκώντας ταυτοχρόνως καί τήν τέχνη τοῦ ὑποδηματοποιοῦ, γιά νά βοηθᾶ τούς φτωχούς γονεῖς του καί νά ἐλεεῖ τοῦ πάσχοντες.
Στό κελί του αὐτό μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί τήν μελέτη τοῦ βίου μεγάλων ἀσκητῶν λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σέ πνευματική οἰκοδομή, ἀλλά καί προκαλοῦσε καί τή δαιμονιώδη λύσσα τοῦ πονηροῦ. Ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόταν σκληρά καί ἀποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους ἀλλά νικηφόρους ἀγῶνες κατά τοῦ πονηροῦ μέ τήν πύρινη προσευχή καί καθημερινά ἀνερχόταν τήν εὐλογημένη κλίμακα τῶν ἀρετῶν καί τῆς ἁγιότητας. Ἀργότερα, σέ ἡλικία 40 ἐτῶν, τό ἔτος 1909, κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός ἀπό τόν διάδοχο τοῦ Παχωμίου, Ἱερομόναχο Ἀνδρόνικο.
Ὁ ἐνάρετος ὅμως ἀσκητής Ἄνθιμος ἦταν σκεῦος ἐκλογῆς καί ἕτοιμος γιά τό ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης. Καλεῖται λοιπόν στό Ἀδραμύττιο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπό τόν ἀνάδοχό του Στέφανο Διοματάρη τό 1910 γιά τόν σκοπό αὐτό. Ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου δέν ἦταν κάτι τό συνηθισμένο. Στήν περίπτωσή του εἴχαμε θεία συγκατάθεση πού ἀπεκάλυψαν οἱ θεοσημίες εὐδοκίας κατά τό τέλος τῆς χειροτονίας. Σεισμός, ἀστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν τήν ἱερή ἐκείνη ὥρα. Τά κανδήλια τοῦ ναοῦ κινοῦνται, ἐνῷ ἕνα ἀπό αὐτά καταπίπτει. Μετά δέ τή χειροτονία ἐπικρατεῖ γαλήνη, ἠρεμία, χαρά Θεοῦ. Τά φυσικά αὐτά φαινόμενα ἀποκαλύπτουν καί μαρτυροῦν τήν εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ καί τή θεία συγκατάνευση.
Ὅσο καιρό παρέμενε στό Ἀδραμύττιο, ἀκτινοβολοῦσε ἐκθαμβωτικά μέ τήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητά του, ἡ ὁποία ἴσχυσε νά θεραπεύσει δαιμονιζόμενο τῆς περιοχῆς, κάτι πού δέν κατόρθωσαν οἱ συλλειτουργοί του. Αὐτή λοιπόν ἡ πνευματική του ἀκτινοβολία προκάλεσε τό πάθος τῆς ἀντιζηλίας τῶν συλλειτουργῶν του. Ἐκεῖνος θέλοντας νά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τό πάθος αὐτό, ἐγκατέλειψε τό Ἀδραμύττιο τό 1911 καί μετέβη στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί τοῦ ἐπιδαψίλευσαν πολλές τιμές.
Ἐπιστρέψας στή Χίο τοποθετήθηκε ὡς ἐφημέριος στό Λεπροκομεῖο. Ἐκεῖ ἄνοιξε τό νέο στάδιο τῶν ἀρετῶν καί τῆς ἀγαθοεργοῦ δράσεώς του. Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὑπαπαντῆς ἐπικεντρώνει τήν ὅλη του εὐεργετική δράση. Ἡ Κυρία Θεοτόκος διά τῆς μεσιτείας καί τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου ἐπιτελεῖ ἀναρίθμητα θαύματα θεραπείας ἀσθενῶν ἐπωνύμων καί ἀνώνυμων πιστῶν. Τό ἵδρυμα αὐτό μέ τούς δυστυχεῖς λεπρούς καθίσταται πνευματικό κέντρο σωματικῆς καί πνευματικῆς ὑγείας. Ἡ ὅλη διακονία του στό Λεπροκομεῖο καταδεικνύει τή βαθύτατη πίστη του καί τήν πολύτιμη προσφορά του.
Ἐδῶ φαίνεται καί τό μεγαλεῖο τοῦ Ἁγίου. Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος ὡς ἐφημέριος τοῦ ναοῦ συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε καί συνομιλοῦσε μέ τούς λεπρούς, τούς κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί μετά τή Θεία Λειτουργία κατέλυε!
Τότε μέσα σέ ἐκείνη τήν ἁγιάζουσα ἀτμόσφαιρα ὁραματίζεται τήν ἵδρυση Μονῆς, γιά νά στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες ἀπό τήν Μικρά Ἀσία. Καί προχωρεῖ στήν πραγμάτωση τῶν ὁραματισμῶν του. Ὑψώνει τόν μεγαλοπρεπή Ἱερό Παρθενῶνα τῆς Παναγίας Βοηθείας Χίου. Ἀπό τότε ἐγκαταστάθηκε στή Μονή μέ πλήρη ἀφοσίωση στήν Παναγία καί ἐκεῖ κατηύγαζε μέ τήν ἀσκητική του βιοτή τό πλῆθος τῶν ἀρετῶν καί τήν ἁγιότητά του καί τή μεσιτεία καί βοήθεια τῆς Θεοτόκου καί ποίμαινε μέ πλεονάζουσα στοργή καί ἀγάπη τό ποίμνιό του, ἐνίσχυε καί παρηγοροῦσε μέ τόν γλυκύ καί ἁπλό του λόγο καί θεράπευε ἀσθενεῖς καί πάσχοντες πού κατέφευγαν κοντά του.
Μέσα σέ αὐτή τή διά βίου διακονία, ὥριμος πλέον, πλήρης ἡμερῶν, σέ ἡλικία 90 ἐτῶν, μέ ὁσιότητα πού θύμιζε τούς μεγάλους ἀσκητές τῆς ἐρήμου, τέλεσε τήν τελευταῖα Θεία Λειτουργία τήν 27η Ἰανουαρίου 1960 καί λίγες ἡμέρες μετά κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
