Ἄρχισε πιά ἡ πνευματική του δράση νά γίνεται μεγαλύτερη καί νά ἁπλώνεται. Μέ τήν ἄφθονη Θεία Χάρη πού τόν προίκισε ὁ Θεός θεράπευε τίς ψυχές καί τά σώματα τῶν πονεμένων ἀνθρώπων. Εἶχε πολλή ἀγάπη στόν Θεό καί πρός τήν εἰκόνα Του, τόν ἄνθρωπο, καί καθόλου στόν ἑαυτό του, διότι, βλέποντας τόν πόνο καί τήν καταπίεση ἀπό τόν τουρκικό ζυγό, ἡ ἀγάπη τόν ἔβγαζε ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἔξω ἀπό τό χωριό του καί ἀγκάλιαζε καί τά γύρω χωριά.
Θεράπευε ἀδιάκριτα τόν ἀνθρώπινο πόνο ὅπου τόν συναντοῦσε σέ Χριστιανούς ἢ Τούρκους. Γιά τόν Ἅγιο δέν εἶχε καμιά σημασία, διότι ἔβλεπε στό πρόσωπό τους, τήν μέ πολλή ἀγάπη πλασθεῖσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.
Ἀναρίθμητα εἶναι τά θαύματα πού ἐπετέλεσε ὁ Ἅγιος μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στεῖρες γυναῖκες τεκνοποιοῦσαν, ἀφοῦ τούς διάβαζε εὐχή ἢ ἔδιδε «φυλακτό» πού ἦταν ἕνα κομμάτι χαρτί γραμμένο μέ κάποιες εὐχές πού τίς ἔγραψε ὁ ἴδιος. Διάβαζε τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο σέ σοβαρές περιπτώσεις, ὅπως στούς τυφλούς, βουβούς, χωλούς παραλυτικούς, δαιμονιζομένους καί, μόλις τέλειωνε τήν ἀνάγνωση, γινόντουσαν καλά. Πολλοί Χριστιανοί καί Τοῦρκοι εἶχαν θεραπευθεῖ, πίνοντας μίγμα ἀπό χῶμα ἀπό τό κατώφλι τοῦ κελιοῦ του μέ λίγο νερό. Πίστευαν ὅτι θά ἐθεραπεύοντο καί ἡ πίστη πού εἶχαν στόν Ἅγιο, ἔκανε τό θαῦμα. Χρήματα φυσικά δέ δεχόταν ποτέ οὔτε καί ἔπιανε στά χέρια του.
Συνήθιζε νά λέγει, «ἡ πίστη μας δέν πουλιέται».
Βίωνε ὁλοκληρωτικά καί «ἔπασχε τά Θεία». Ζοῦσε μέ αὐταπάρνηση, διότι ἀγαποῦσε πολύ, πρῶτα τόν Θεό καί μετά τήν εἰκόνα Του, τόν πλησίον. Αἱματηρούς ἀγῶνες καί προσπάθειες κατέβαλε γιά νά διατηρήσει τούς συγχωριανούς καί τούς συμπατριῶτες του στήν πίστη, γιά νά μήν κλονιστοῦν καί ἀλλαξοπιστήσουν στίς χαλεπές ἐκεῖνες ἡμέρες καί ἐποχές, ἀπό τίς πολλές καί διάφορες πιέσεις πού δέχονταν ἀπό τούς Τούρκους, ἀλλά καί ἀπό διάφορους προβατόσχημους λύκους, τούς προτεστάντες, πού προσπαθοῦσαν νά ποιμάνουν τήν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.
Τό κελί του, μικρό, ἀπέριττο, εὑρισκόταν μέσα στόν κόσμο. Ζοῦσε μέσα στόν κόσμο, ἀλλά συγχρόνως κατόρθωνε νά ζεῖ καί ἐκτός τοῦ κόσμου.
Σ’ αὐτό, καθώς καί γιά τά θεία του κατορθώματα, πολύ τόν βοηθοῦσαν οἱ δυό ἡμέρες Τετάρτη καί Παρασκευή, κατά τις οποίες ἔμενε ἔγκλειστος στό κελί του, προσευχόμενος και οἱ ὁποῖες, πνευματικά, καρποφοροῦσαν περισσότερο τότε, διότι ἁγίαζαν καί τήν ἐργασία τῶν ἄλλων ἡμερῶν. Ὧρες ἔμενε γονατιστός προσευχόμενος στόν Θεό γιά τόν λαό Του, πού τόν εἶχε ἐμπιστευθεῖ στά ἀσκητικά χέρια τοῦ δούλου Του Ἀρσενίου. Ἡ μεγάλη εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου Πατρός δέν ἄντεχε νά κάνει κανένα κακό στήν πλάση. Ἰδιαίτερα στά ζῶα. Ποτέ του δέν κάθισε σέ ζῶο νά τό κουράσει, γιά νά ξεκουράσει τόν ἑαυτό του. Προτιμοῦσε πάντοτε νά βαδίζει πεζός καί ὅπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Εἶχε πάντοτε μπροστά του τόν Χριστό πού ποτέ Του δέν κάθισε σέ ζῶο – μόνο μία φορά – καί ὅπως χαρακτηριστικά ἔλεγε: «Ἐγώ πού εἶμαι χειρότερος καί ἀπό τό γαϊδουράκι, πῶς νά καθίσω σ’ αὐτό;».
Γιά νά κρύψει τίς ἀρετές του ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων καί νά ἀποφύγει ἔτσι τούς ἐπαίνους, κατάφευγε σ’ ὁρισμένες «ἰδιοτροπίες». Παρουσιαζόταν σάν σκληρός θυμώδης, ὀξύθυμος, ἀπόπαιρνε τίς διάφορες γυναῖκες, πού ἀπό ἀγάπη γι’ αὐτόν καί εὐγνωμοσύνη προσπαθοῦσαν νά τόν βοηθήσουν, μέ διάφορους τρόπους, νά τοῦ μαγειρεύουν καί νά τοῦ στέλνουν φαγητό. Ὅπως χαρακτηριστικά ἔλεγε στόν πιστό του φίλο καί ψάλτη Πρόδρομο τά ἑξῆς: «Ἐάν ἤθελα νά μέ ὑπηρετοῦν γυναῖκες, θά γινόμουν ἔγγαμος ἱερεύς καί θά μέ ὑπηρετοῦσε παπαδιά. Τόν καλόγηρο πού τόν ὑπηρετοῦν γυναῖκες, δέν εἶναι καλόγηρος».
Ὅταν ὕψωνε τά χέρια του γιά νά παρακαλέσει γιά κάτι τόν Θεό, ἄρχιζε νά τόν παρακαλεῖ προσευχόμενος καί φωνάζοντας, «Θεέ μου!», λές καί ξεκοβόταν ἡ καρδιά του ἐκείνη τήν ὥρα, καί θαρρεῖς πώς ἔπιανε τόν Χριστό ἀπό τά πόδια καί δέν τοῦ ἔκανε τό αἴτημά του. «Ἐμεῖς», ὅπως ἔλεγαν οἱ Φαρασιῶτες, «στήν πατρίδα μας τί θά πεῖ γιατρός, δέν ξέραμε· στόν Χατζεφεντή τρέχαμε. Στήν Ἑλλάδα μάθαμε ἀπό γιατρούς, ἀλλά ἂν τά ποῦμε στούς ἐντόπιους, τούς φαίνονται παράξενα».
Ἐκτός ἀπό τά ἄλλα του χαρίσματα εἶχε καί τό προορατικό χάρισμα. Εἶχε πληροφορηθεῖ ἀπό τόν Θεό, πώς θά ἔφευγαν γιά τήν Ἑλλάδα καί αυτό ἔγινε στίς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν. Γνώριζε ἀπό προηγουμένως καί τόν θάνατό του καί ὅτι αὐτός θά συνέβαινε σ’ ἕνα νησί.
Ἡ ἁγία του μορφή συνέχεια σκορποῦσε Χάρη καί παρηγοριά.
Τό πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπό τήν ἀσκητική γυαλάδα, πού ἔμοιαζε σάν τό χρῶμα τοῦ φτιασμένου κυδωνιοῦ.
Εἶχε πιά ἐξαϋλωθεῖ ἀπό τούς ὑπερφυσικούς πνευματικούς ἀγῶνες, πού ἔκανε ἀπό ἀγάπη στόν Χριστό, καθώς καί ἀπό τούς πολλούς του κόπους γιά τήν ἀγάπη πρός τό ποίμνιό του, πού τό ποίμανε πενήντα χρόνια σάν καλός Ποιμένας.
Τρεῖς μέρες πρίν τήν ἐκδημία του, ἦλθε ἡ Παναγία, τόν γύρισε σ’ ὅλο τό Ἅγιο Ὄρος, τά Μοναστήρια, τούς Ναούς πού τόσο ἐπιθυμοῦσε νά δεῖ καί δέν εἶχε ἀξιωθεῖ καί τοῦ εἶπε ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά παρουσιαστεῖ στόν Κύριο, πού τόσο πολύ ἀγάπησε καί ἔδωσε ὅλον του τόν ἑαυτό σ’ Αὐτόν.
Ἀπεβίωσε στίς 10 Νοεμβρίου τό 1924.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Ὁσίων τόν βίον ἐκμιμησάμενος, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, Πάτερ Ἀρσένιε, ἐπληρώθης δωρεῶν τοῦ θείου Πνεύματος, καί θαυμάτων αὐτουργός, θεοφόρε γεγονώς, παρέχεις ἑνί ἑκάστῳ, τάς ἐκ Θεοῦ χορηγίας, ταῖς ἱκεσίαις σου πρός Κύριον.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Καππαδοκίας τό νεόφυτον ἄνθος, καί ἀρετῶν τό πολυτίμητον σκεῦος, ὁ ἱερός Ἀρσένιος ὑμνείσθω μοι· οὗτος γάρ ὡς ἄγγελος, ἐν σαρκί βιοτεύσας, σύσκηνος ἐγένετο, τῶν Ἁγίων ἁπάντων, μεθ’ ὧν πρεσβεύει πάντοτε Χριστῷ, ἡμῖν διδόναι, πταισμάτων συγχώρησιν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καί Καππαδοκίας, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις ὁ παρέχων, ἑκάστῳ θείαν χάριν, ὡς δοξασθείς θεόθεν, Πάτερ Ἀρσένιε.
