Τό 1398, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ Ἰωάννου, ἔθεσε τά θεμέλια μιᾶς κοινοβιακῆς μονῆς ἀφιερωμένης στό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου. Ἀργότερα, τήν ἐποχή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Συμεών, ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος θά ἐπισκεφθεῖ γιά μία φορά ἀκόμη τό Ἅγιον Ὄρος ζητώντας τήν εὐλογία τῶν Πατέρων τοῦ Ἄθω γιά τό μοναστήρι του.
Χωρίς τόν κτήτορά του, οἱ μοναχοί ἀπεφάσισαν νά ἐγκαταλείψουν τό μοναστήρι, ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἐξασφαλίσουν τά πρός τό ζῆν. Ἐξαντλημένος ἀπό τήν θλίψη, ὁ εὐσεβής μαθητής τοῦ Ὁσίου Ἰωακείμ, κρυμμένος σέ ἕνα δάσος, ἔκλαιγε συνεχῶς γιά τήν ἀπόφαση τῆς ἀδελφότητος, ἡ ὁποία ἐσήμαινε τό τέλος τῆς μοναχικῆς ἐμπειρίας σέ ἐκεῖνον τόν τόπο. Ἀπογοητευμένος ὁ Ἰωακείμ ἄρχισε νά προσεύχεται μπροστά σέ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, μέ τήν ἐλπίδα πώς ἡ Θεοτόκος θά τόν ἐλευθερώσει ἀπό τόν πόνο καί τή λύπη. Τή νύχτα, καί ἐνῶ ἦταν σέ βαθύ ὕπνο, τοῦ ἐμφανίσθηκε ἡ Παναγία, ἡ ὁποία τοῦ προανήγγειλε τήν ἐπιστροφή τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου. Πράγματι, τό πρωί ὁ μακάριος Ἀρσένιος ἐπέστρεψε μέ δυό μεγάλες βάρκες γεμάτες προμήθειες.
Στόν τόπο τῆς ἐμφανίσεως τῆς Παναγίας ὕψωσαν ἕνα μεγάλο σταυρό, στή βάση τοῦ ὁποίου ἐτοποθετήθηκε ἡ εἰκόνα της, πού είχε μεταφερθεῖ στό νησί ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος.
Τό 1421, μία καταστροφική κακοκαιρία ἐπέφερε μεγάλες ζημιές στό μοναστήρι καί γιά τό λόγο αὐτό ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἀναγκάσθηκε νά τό μεταφέρει πρός τό ἐσωτερικό τοῦ νησιοῦ ἐπάνω σέ μία ὁροσειρά, ἡ ὁποία ὀνομάσθηκε ὅπως καί ὁ Ἄθως, δηλαδή «Ἅγιον Ὄρος». Τό «νησί τοῦ ἀλόγου» ἀπέκτησε πολύ γρήγορα μεγάλη φήμη καί ἦσαν πολλοί ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέφευγαν ὠς προσκυνητές στό μοναστήρι. Ὁ εὐγενής Μιχαήλ Κοντύλκα ἀπεφάσισε νά κάνει μία γενναία δωρεά, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος Εὐθύμιος, κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐπισκέψεώς του στόν εὐλογημένο ἐκεῖνο τόπο, ἐδώρισε τήν ἐπισκοπική του μίτρα.
Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 1447. Πρίν τήν κοίμησή του εἶχε προάγει στή θέση τοῦ ἡγουμένου τόν μοναχό Ἰωάννη. Τό ἱερό λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στή μονή, πού βεβηλώθηκε ἀπό τό καταστροφικό μένος τῶν Σουηδῶν. Οἱ μοναχοί, γιά λόγους ἀσφαλείας, προτίμησαν νά μεταφερθοῦν σέ ἄλλο μοναστήρι. Ἡ τύχη τοῦ μοναστηριοῦ ἀκολούθησε τίς φάσεις τοῦ πολέμου μεταξύ τῶν Ρώσων καί τῶν Σουηδῶν στή διεκδίκηση τῆς Καρελίας. Τό μοναστήρι ξανακτίσθηκε ἀπό τούς Ρώσους, τό 1594, γιά νά ἐγκαταλειφθεῖ ἐκ νέου καί ὁριστικά, τό 1610. Τό νησί τοῦ Κόνεβετς ἐδόθηκε στόν πρίγκιπα Ἰάκωβο Φεοντόροβιτς, ενῶ τό 1719 ὁ Μέγας Πέτρος ἔκτισε σ’ αὐτό τήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἡ ἀπόδοση τιμῆς καί εὐλάβειας πρός τό πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου ἄρχισε πολύ ἐνωρίς ἀπό τούς πιστούς τοῦ Κόνεβετς, ἀλλά τό ὄνομά του καταγράφηκε ἐπίσημα στά λειτουργικά βιβλία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τό 1819, μετά ἀπό σχετική ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
