Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τότε συνέστησε τήν πρώτη κοινοβιακή μονή στό ρωσικό βορρά. Τό ἔτος 1372, μέ τήν πολύτιμη βοήθεια τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἀποπερατώθηκε ὁ ξύλινος καθεδρικός ναός τοῦ Σωτῆρος καί τό πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἄρχισε νά προσελκύει μαθητές καί μοναχούς ἀκόμη καί ἀπό τήν περιοχή τῆς γενέτειράς του.
Στή νέα μοναστική κοινότητα ὁ Ὅσιος συνδύαζε τήν προσευχή μέ τήν αὐστηρή ἄσκηση καί νηστεία, ἀλλά καί τήν φιλανθρωπία. Φρόντιζε γιά τό συσσίτιο τῶν πεινώντων, φιλοξενοῦσε ἀστέγους, βοηθοῦσε τούς πτωχούς, παρηγοροῦσε τούς θλιμμένους καί συμβούλευε πνευματικά ὅσους προσέτρεχαν καί ζητοῦσαν τόν Κύριο. Τίς δωρεές τῶν πιστῶν πρός τή μονή, τίς δεχόταν μέ διάκριση καί προσοχή καί τά διαχειριζόταν μέ τέτοιο τρόπο πού δέν προκαλοῦσε, ἀφοῦ πρόσεχε ἰδιαίτερα νά μήν καλλιεργεῖται στήν καρδιά τῶν μοναχῶν κοσμικό φρόνημα.
Ὁ Ἅγιος Θεός τόν προίκισε μέ τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἀφοῦ ἔζησε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου του θεοφιλῶς καί θεαρέστως, ὁ Ὅσιος Δημήτριος κοιμήθηκε σέ βαθύ γῆρας τό ἔτος 1392.
