Ὅταν εἶδαν οἱ πατέρες ὅτι τά λόγια τους ὄχι μόνο δέν τόν ὠφελοῦσαν, ἀλλά τόν ἐρέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πιά νά τοῦ μιλοῦν καί ἄρχισαν νά προσεύχονται. Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος δέν ἄφησε νά πᾶνε χαμένοι οἱ προηγούμενοι κόποι καί οἱ ἀρετές τοῦ δούλου Του. Παρεχώρησε, λοιπόν, νά ἀσθενήσει. Ὁ Ὅσιος ἔφθασε στά πρόθυρα τοῦ θανάτου. Γιά ἑπτά ἡμέρες ἦταν ἀναίσθητος, μήν μπορώντας νά πάρει τροφή ἢ νά ἐπικοινωνήσει μέ κανένα. Τήν ὄγδοη ἡμέρα ὁ ἡγούμενος κάλεσε ὅλη τήν ἀδελφότητα γύρω στήν κλίνη του. Ἐκείνη τήν στιγμή ὅμως, ὁ ἑτοιμοθάνατος Ἔρασμος, συνῆλθε, ἀνασηκώθηκε, κάθισε στό κρεβάτι καί εἶπε πρός τούς πατέρες: «Ἀδελφοί, εἶμαι ἁμαρτωλός καί ἔζησα ράθυμα. Ὁ θάνατος μέ βρῆκε ἀμετανόητο. Ἐνῷ ὅμως ὁ διάβολος μέ χαρά περίμενε τό τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οἱ Ὅσιοι Πατέρες μας Ἀντώνιος καί Θεοδόσιος καί μοῦ εἶπαν ὅτι προσευχήθηκαν γιά μένα στόν Κύριο. Καί Ἐκεῖνος, σάν πολυεύσπλαχνος, μοῦ χάρισε καιρό μετανοίας. Μετά εἶδα καί τήν Κυρία Θεοτόκο, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε ὅτι, ἐπειδή στόλισα τήν Ἐκκλησία της καί τήν πλούτισα μέ ὡραῖες εἰκόνες καί πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε γιά μένα στόν Υἱό της καί σέ τρεῖς ἡμέρες θά μέ πάρει κοντά της, ἐπειδή ἀγάπησα τήν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου αὐτῆς».
Ἔτσι, μετά τρεῖς ἡμέρες ὁ Ὅσιος Ἔρασμος, τό ἔτος 1160, κοιμήθηκε εἰρηνικά.
