Ἀλλά μετά ἀπό λίγους μῆνες καί μέ τήν ἄδεια αὐτή τήν φορά τῶν γονέων του, ἐπέστρεψε στόν γέροντά του, πού τόν δέχτηκε μέ χαρά μεγάλη. Μετά τρία ἔτη δοκιμασίας, ὁ Μανουήλ ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Μιχαήλ. Ἀργότερα, ὅταν πέθανε ὁ γέροντάς του Ἰωάννης, ὁ Μιχαήλ μέ τήν μεγάλη πατρική κληρονομιά πού ἀπόκτησε ὑπῆρξε μεγάλος δωρητής τῶν φτωχῶν καί τῶν πασχόντων.
Ἐπίσης ἵδρυσε τήν περίφημη μεγάλη Λαύρα τοῦ Κύμινα, ὅπου σχηματίστηκε πολυάριθμη ἀδελφότητα, τήν ὁποία ὁ Μιχαήλ ὀργάνωσε κοινοβιακά καί τήν συνέδεσε μέ ἀδελφική ἀγάπη. Ἀπ’ αὐτή τή Μονή πέρασαν πολλές ἐκλεκτές ψυχές, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης, ἱδρυτής τῆς μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Ἡ μονή τοῦ Κύμινα διακρίθηκε γιά τούς καλλιγράφους της καί ἀντιγραφεῖς ἱερῶν βιβλίων.
Σέ ἡλικία προχωρημένη, ἀλλά ἀκμαῖος στήν πίστη καί τό πνεῦμα, ὁ Μιχαήλ παρέδωσε εἰρηνικά τήν ἁγία του ψυχή στόν Θεό.
