Loading...

Κυριακὴ I΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιγʹ 10 ‐ 17)
4 Δεκεμβρίου 2022

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς φέρνει στὴν σκέψη ἕνα γεγονὸς ποὺ ἐξελίχθηκε μέσα σὲ Συναγωγή, ὅπου δίδασκε ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Ἐμφανίστηκε μία ἀληθινὰ ταλαίπωρη γυναίκα, ἡ ὁποία γιὰ δεκαοκτὼ χρόνια καὶ ἀπὸ συνεργία τοῦ Σατανᾶ, βρισκόταν σὲ ἄθλια κατάσταση. Ἦταν συγκύπτουσα, δηλαδὴ συνεχῶς σκυφτή, ἀδυνατώντας νὰ σηκώσει πάνω τὸ κεφάλι της. Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος τὴ λυπήθηκε καὶ ἀφοῦ τὴν προσέγγισε, ἔβαλε πάνω της τὰ χέρια Του, καὶ αὐτὴ ἔγινε καλὰ τὴν ἴδια στιγμή. Τότε, τόσο ἡ πρώην ταλαίπωρη γυναίκα, ὅσο καὶ ὁ λαός ποὺ εἶδε τὸ θαῦμα, δόξασαν τὸν Θεό.

Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ὅμως, μετὰ τὴ θεραπεία τῆς συγκύπτουσας ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀντέδρασε, ἐπικαλούμενος τὴν τήρηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Μὲ ἀγανάκτηση εἶπε στοὺς παρευρισκομένους νὰ μὴν προσέρχονται πρὸς θεραπεία τὸ Σάββατο, ἀλλὰ τὶς ὑπόλοιπες ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας: «ἓξ ἡμέραι εἰσίν, ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι. θεραπεύεσθαι, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου». Τοῦτο τὸ ἔκανε ὄχι ἐξαιτίας τοῦ ζήλου ποὺ εἶχε γιὰ τὸν πατρῶο Νόμο, ἀλλὰ διότι ἦταν ὑποκριτής, γεμᾶτος φθόνο.

Ὁ φθόνος εἶναι ἕνα φοβερὸ νόσημα, εἶναι πάντοτε τέκνο τῆς κακότητας τοῦ Σατανᾶ καὶ ἀντιμάχεται καὶ ἀμφισβητεῖ τόσο τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ὅσο καὶ τὰ ἔργα Του. Ὅταν ἐμφανιστεῖ στὴν ψυχή, τὴν τυφλώνει καὶ τὴν ἐξασθενεῖ, ὅπως ἡ σκουριὰ τὸν σίδηρο, καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει λογικὰ καὶ νὰ μὴν βλέπει καὶ νὰ σκέφτεται τίποτε ἄλλο νὰ πὰ ἄλλο κάνει παρὰ μόνο . Κατὰ πὼς λέει ὁ Μέγας Βασίλειος ὁ φθόνος προέρχεται ἀπὸ τὴ ζήλεια, γεννᾶ τὸ μῖσος καὶ μεταφράζεται σὲ λύπη γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου. Ἔτσι ἐκδιώκεται ἡ ἀγάπη καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει τοὺς πάντες, ἀκόμα καὶ τοὺς εὐεργέτες, ὡς ἐχθρούς. Ὁ φθονερὸς λυπᾶται γιὰ τὰ καλὰ καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν εὐτυχία τοῦ πλησίον, ὑποφέρει γιὰ τὶς ὅποιες ἐπιτυχίες ἔχει ὁ συνάνθρωπός του. Στενοχωριέται καὶ πληγώνεται ἀπὸ ὅλους. Ἔχει κάποιος καλὴ ὑγεία; Αὐτὸ πληγώνει τὸν φθονερό. Εἶναι κάποιος πιὸ ὡραῖος καὶ πιὸ ὄμορφος; Εἶναι πλούσιος, ἔχει κοινωνικὴ ἐπιφάνεια; Τοῦτα εἶναι πληγὲς καὶ τραύματα στὴν ψυχὴ τοῦ φθονεροῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἀνακουφίζει τὸν φθονερὸ εἶναι ἡ δυστυχία τοῦ συνανθρώπου του, τὸν ὁποῖο φθονεῖ. Ὅταν λοιπὸν κάποιος χαίρεται, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, ὁ φθονερὸς δὲν χαίρεται μαζί του, ὅταν, ὅμως, ὑποφέρει τότε συμπάσχει μαζί του καὶ τὸν εὐσπλαχνίζεται γιὰ αὐτὸ ποὺ ἔπαθε. Χαρὰ τοῦ φθονεροῦ λοιπὸν εἶναι νὰ δεῖ, τὸν ἐπιτυχημένο νὰ ἐκπίπτει σὲ ἐλεεινό, τὸν εὐτυχισμένο ἄνθρωπο νὰ γίνεται δυστυχὴς καὶ τὸν χαρούμενο νὰ δακρύει καὶ νὰ πενθεῖ.

Ἡ κατάσταση τοῦ φθόνου εἶναι ἐναντίωση στὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, σὲ αὐτὸν ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀγαπᾶμε ὄχι μόνο ὅσους -γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο- μᾶς ἐπηρεάζουν καὶ μᾶς τοὺς ἀλλὰς, ἐπηρεάζουν καὶ μᾶς, ἀλλὰ τοὺς ἐπηρεάζουν καὶ μᾶς, ἐχθρούς μας. Ἀντ᾽ αὐτοῦ οἱ ταλαίπωροι φθονεροί, ὄχι μόνο τοὺς ἐχθρούς τους δὲν ἀγαποῦν, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τοὺς φίλους καὶ ἀδελφοὺς καὶ εὐεργέτες τους φθονοῦν καὶ ἐπιβουλεύονται γιὰ τὴν εὐτυχία ἢ τους τὴν ἐπιτυχία.

Ὁ φθονερὸς ἄνθρωπος ἔχει ἔλλειμμα ἀγάπης καὶ ἄρα μένει ἐκτὸς τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν πᾶνε ὅσοι μισοῦν καὶ φθονοῦν τὸν ἄλλο, ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ ἀγαποῦν καὶ χαίρονται γιὰ τὸ καλό, τὸ ἀγαθὸ καὶ τὴ δόξα τοῦ συνανθρώπου τους.

Ἂς μὴν λησμονοῦμε πὼς ὁ θάνατος γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἐκπήγασε -ὡσὰν ἀπὸ πηγή- ἀπὸ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου, καθὼς ἐπίσης ἡ ἔκπτωση ἀπὸ τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ καὶ ἡ ἀποξένωση. Ἄρα ἐφόσον ποθοῦμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μᾶς συμβουλεύει: «μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες», καὶ ταυτόχρονα μᾶς γὰρ. εὔσπλαχνοι», συγχωροῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλο «καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ἡμῖν».

Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ἀποβάλουμε τὸ ὀλέθριο πάθος τοῦ φθόνου ἀπὸ τὴν ψυχή μας καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ νὰ ἀποδεχθοῦμε τὸν ἀδελφό μας, νὰ χαροῦμε γιὰ ὅλα του τὰ προτερήματα καὶ νὰ ταπει, κυρίως νὰ. Ἐπειδὴ αὐτὸς γίνεται μέσον τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μας μὲ τὸν Θεό.

Κυριακὴ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιδʹ 16 ‐ 24, Ματθ. κβ' 14)
11 Δεκεμβρίου 2022

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ἄφατη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, δυστυχῶς πολλὲς φορὲς εἶναι ἀγνώμων καὶ ἀχάριστος πρὸς τὸν Θεό. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ προσφέρεται πλουσιοπάροχα, ὅμως ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀποστρέφεται. Ὁ Θεὸς καλεῖ στὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας του, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέγει τὴν ἐπίγεια χαρά, ἡ ὁποία σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριο ἐξανεμίζεται καὶ χάνεται κατὰ τὸν τρόπο ποὺ καὶ τὰ ἀνθισμένα λουλούδια μαραίνονται.

Οἱ προσκεκλημένοι στὸ δεῖπνο εἶναι ὅσοι βαπτισθήκαμε στὸν θάνατο καὶ στὴν ἀνάστασή του καὶ τρεφόμαστε μὲ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του. Παρόλα αὐτὰ οἱ προσκεκλημένοι ἀποδεικνύονται ἀχάριστοι καὶ ἀγνώμονες «ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες». Ὁ πρῶτος λέει: «ἀγόρασα ἕνα χωράφι καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ πάω νὰ τὸ δῶ». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος προκρίνει τὰ κοσμικὰ ἀγαθά, ἀντὶ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς του, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι πρόσκαιρα. Ὅσο καὶ νὰ κοπιάζει γι' αὐτὰ θὰ ματαιοπονεῖ καὶ θὰ ταλαιπωρεῖται, διότι δὲν πρόκειται νὰ τὰ χαίρεται αἰώνια. Ὄχι μόνο διότι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ἀπώλειάς τους, ἀλλὰ καὶ διότι αὐτὰ ἀπὸ τὴν φύση τους δὲν μποροῦν νὰ τὸν συνοδεύσουν μετὰ τὸν θάνατο.

Ὁ δεύτερος, ὁ ὁποῖος λέει «ἀγόρασα πέντε ζεύγη βοδιῶν καὶ πρέπει νὰ τὰ δοκιμάσω», εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀπορροφᾶται ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὶς ὑποθέσεις τοῦ κόσμου τούτου καὶ χάνει τὸν χρόνο του γιὰ ὅτι. Ὁ τρίτος ἀπορρίπτει τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, λέγοντας «μόλις παντρεύτηκα καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἔρθω». Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκτίμησε τήν βαθύτερη σχέση ποὺ ἔχει ἡ προσωρινή του ἀνάγκη μὲ τὴν βαθύτερη τῆς ψυχῆς του καὶ δίνει προτεραιότητα στὴν πρώτη, ἀδιαφορώντας οὐσιαστικὰ γιὰ τὴν δεύτερη. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεωρεῖ ὅτι ὁ γάμος, τὸν ὁποῖο ὀφείλει νὰ φροντίζει δὲν ἔχει σχέση μὲ τὰ πνευματικά καὶ δὲν κατανοεῖ ὅτι οἱ σύζυγοι βιώνουν τὴν εὐτυχία τους καὶ τὴν ἐξασφαλίζουν μόνον ὅταν ὁ Θεὸ ζωή τους.

Ἀναλογικὰ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ προσκρούουν σὲ αὐτὰ τὰ μεγάλα ἐμπόδια, δηλαδὴ στὴν ἀναγκαιότητα τῆς βιοτικῆς μέριμνας, στὸ μαγνητισμὸ τῆς κατοχῆς τοῦ πλούτου καὶ στὴ δύναμη τῶν ἀπαιτήσεων τῆς σάρκας. Ὁ κόσμος παρασύρει τοὺς ἀνθρώπους μακριὰ ἀπὸ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ τὶς φροντίδες καὶ τὶς μέριμνες. Αὐτὲς εἶναι παγίδες ποὺ ἐξαπατοῦν, παρουσιαζόμενες ὡς τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖο. Ἕνας θέλει νὰ προσευχηθεῖ, ἀλλὰ ὁ νοῦς του εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ σπίτι ἢ τὴ δουλειά του. Ἄλλος θέλει νὰ πάει στὴν Ἐκκλησία νὰ λειτουργηθεῖ, ἀλλὰ προβάλλει μπροστά του ἡ ἀνάγκη τῶν οἰκονομικῶν φροντίδων. Ἄλλος ἐπιθυμεῖ νὰ πάει γιὰ ἐξομολόγηση, ἀλλὰ ἡ καθημερινότητα δὲν τοῦ ἀφήνει χρόνο γιὰ αὐτό. Κι ἄλλος ποθεῖ νὰ ἀγωνιστεῖ, ἀλλὰ ὑποχωρεῖ μὲ εὐκολία στοὺς καθημερινοὺς πειρασμούς. Ἔτσι περνᾶ ἡ μέρα χωρὶς προσευχή, περνᾶ ἡ Κυριακὴ χωρὶς Ἐκκλησία, περνᾶ ὁ χρόνος χωρὶς μετάνοια, τελειώνει ὁ βίος χωρὶς ζωή.

Γιὰ τὴν ἐμμονὴ καὶ τὴν τελικὴ προτίμηση τοῦ ἀνθρώπου στὴ δύναμη τῶν γήινων καταστάσεων ποὺ ἀποτελοῦν μέγα ἐμπόδιο στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει χαρακτηριστικὰ ὅτι ἡ πλεονεξία καὶ ἡ φιλαργυρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ ἡσυχάσει καὶ σπαταλᾶ τὸν ἑαυτό του προσπαθώντας νὰ ἀποκτήσει πλοῦτο. Κατὰ τὴν προσπάθειά του ὅμως νὰ ἀποκτήσει πλούτη, ὁ ἄνθρωπος ἀδικεῖ τὸν συνάνθρωπο καὶ ἔτσι ξεχνᾶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν πρόσκλησή Του στὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας του, ποὺ παρέχει τὴν χαρὰ τῆς κοινωνίας.

Τελικὰ εἶναι φοβερὸ κακὸ ἡ ἄρνηση τῆς κλήσεως τοῦ Θεοῦ, διότι εἶναι στὴν οὐσία ἐπιλογὴ ἄρνησης μετοχῆς μας στὴν ὄντως ζωή. Εἶναι στὸ χέρι μας νὰ ἀποδειχθοῦμε ἐκλεκτοὶ μὴ προσκολλώμενοι στὶς βιοτικὲς μέριμνες, οἱ ὁποῖες κρύβουν μέσα τους τὴν φθορὰ ποὺ ἀγκαλιάζουμε.

Ἄς μᾶς συνέχει, τέλος, ὁ ἀψευδὴς λόγος τοῦ Κυρίου «οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου», ποὺ ὡς οἰκοδεσπότης τῆς ἀληθινῆς ζωῆς διασαφηνίζει τὴν προϋπόθεση τῆς μετοχῆς μας στὴν αἰωνιότητά Του, καὶ ἂς διαχειριστοῦμε τὴν πρόσκλησή Του καὶ τὶς προκλήσεις τῆς ζωῆς κατὰ τὴν ἀνάγκη μας.

Κυριακὴ προ της Χριστού Γεννήσεως (Ματθ. α’ 1-25)
18 Δεκεμβρίου 2022

Λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀκούσαμε τὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Εἶναι ὁ γνωστὸς κατάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα ἀπὸ τὰ ὀνόματα ποὺ ἀκούσαμε τὰ πιὸ πολλὰ μᾶς εἶναι ἄγνωστα. Αὐτὸς ὁ κατάλογος μᾶς δείχνει τὴν φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Τὰ ὀνόματα αὐτὰ εἶναι ἀντιπροσωπευτικὰ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ γενιὲς ὁλόκληρες περίμεναν τὴ μεγάλη ὥρα, γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Εἶναι πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ πρόσμεναν τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, οἱ ὑποσχέσεις του, θὰ γίνονταν πραγματικότητα.

Θὰ περίμενε κανεὶς ὁ κατάλογος αὐτὸς τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι ἕνα ἁγιολόγιο. Ὅμως ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος δὲ διστάζει νὰ χρησιμοποιήσει ξένες στὴν ἐθνότητα, προσήλυτες ἢ μὲ πρότερο μεμπτὸ βίο γυναῖκες ποὺ ὑπῆρξαν πρόγονοι τοῦ Κυρίου. Οὔτε φοβᾶται νὰ ἀναφερθεῖ σὲ ἀνθρώπους δυνάστες σκληροὺς καὶ βίαιους, ὅπως ἦταν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς. Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἐπειδὴ θέλει νὰ τονίσει πὼς ὁ Θεὸς δὲ βλέπει πρόσωπα, καταγωγὴ ἀκόμη καὶ ἦθος σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια γιὰ νὰ πραγματοποιήσει τὸ σχέδιο τῆς Οἰκονομίας Του.

Φαίνεται ἔτσι πὼς τὰ κριτήρια τοῦ Θεοῦ ἦταν καὶ παραμένουν διαφορετικά, ἔστω κι ἂν προκαλοῦν πάντοτε τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ μέσα στὴν Ἱστορία. Γιατὶ ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ τὸ σκοτάδι εἶχε ἁπλωθεῖ πάνω στὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαούς, ὁ Θεὸς διάλεξε τὴν ὥρα γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὶς ἐπαγγελίες Του, χωρὶς τὶς αὐτονόητες γιὰ μᾶς προϋποθέσεις τῆς παρουσίας Του.

Εἶναι ὁπωσδήποτε διαφορετικὰ τὰ κριτήρια τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὴν ὥρα τῆς Ἐνσάρκωσης τοῦ Λόγου του. Ποιὰ εἶναι αὐτά; Εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀγάπη Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὄχι μόνο γιὰ τὸν πιστό, τὸν δίκαιο, τὸ τίμιο, τὸν καλό. Καὶ εἶναι καὶ τὸ ἔλεός του, ἡ συγνώμη ποὺ χορηγεῖ στὸν ἁμαρτωλό, χωρὶς κἂν νὰ περιμένει νὰ τοῦ τὴ ζητήσει ἐκεῖνος. Αὐτὰ τὰ δύο, ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, δείχνουν τὴ φιλανθρωπία Του. Δὲν συγχωρεῖ ἁπλῶς τὸν ἄνθρωπο ὁ Θεός, ἀλλὰ τοῦ χαρίζει δῶρα ἀνεκτίμητα καὶ ἀπροσδόκητα. Τὸν κάνει παιδί του καὶ τὸν προικίζει μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ ἁγίου Του Πνεύματος.

Στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν δυνατότητα γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ πλάσματός του ἑστιάζεται τὸ μοναδικὸ κριτήριο τῆς ἔνσαρκης παρουσίας Του. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ μεγάλο καὶ αἰώνιο μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι ἡ τήρηση τῶν ὑποσχέσεων, εἶναι ὁ λόγος τῆς ἐκπλήρωσής τους, εἶναι ὁ πλουτισμὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὴ Θεϊκὴ δωρεά.

Αὐτὸ τὸ μήνυμα τῆς θεϊκῆς συγκατάβασης τονίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας ἰδιαίτερα αὐτὴν τὴν χρονικὴ περίοδο πρὶν τὰ Χριστούγεννα. Γιὰ νὰ μὴ περιοριστεῖ καὶ ἐξαντληθεῖ ἡ μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ σὲ ἕνα πανηγυρικὸ διάκοσμο, σὲ ἕνα παροδοσιακὸ φαγοπότι καὶ σὲ ἐπιφανειακὴ ἀνταλλαγὴ δώρων, ποὺ δὲν προσφέρουν τίποτε οὐσιαστικό. Γιὰ νὰ μὴ κλειστεῖ ὁ καθένας μας στὸν ἑαυτό του ἀδιαφορώντας γιὰ τοὺς ἄλλους. Γιὰ νὰ μὴν ἀποκτήσει κανένας τὴν ψευδαίσθηση τῆς ὅποιας ὑπεροχῆς του, ὅταν ὁ Μεγάλος Θεὸς κατεβαίνει, κενώνεται γιὰ νὰ γίνει μικρὸς ἄνθρωπος, νήπιο. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα γιὰ νὰ θυμόμαστε στὴν καθημερινὴ ζωή μας τὴν αἰτία τῆς ἔνσαρκης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος οἰκτίρμων ἐστί» ποὺ πρέπει νὰ μιμούμεθα στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς συνανθρώπους.

Αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ποὺ δὲν ἔχει περιορισμούς, οὔτε βάζει προϋποθέσεις, αὐτὴ ποὺ ξέρει μόνο νὰ συγχωρεῖ, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀγκαλιάζει ὅλο τὸν κόσμο, εἶναι ἡ ἐπαναλαμβανόμενη Γέννηση τοῦ Χριστοῦ στὴ φάτνη τῆς καρδιᾶς τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἀποτελεῖ τὴν καλύτερη μαρτυρία τῆς παρουσίας Του ἀνάμεσά μας καὶ τὸ σωτήριο μήνυμά του στὸ σύγχρονο κόσμο.

© Copyright 2023 π. Αντώνιος Μπεζαΐτης, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Στυλιανού Γκύζη Back To Top