Κυριακὴ Β΄ Λουκά (Λουκ. στ΄ 31-36)
2 Οκτωβρίου 2022
Στὴ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, προτρέποντάς μας νὰ συμπεριφερόμαστε στοὺς συνανθρώπους μας ὅπως ἀκριβῶς ἐπιθυμοῦμε νὰ συμπεριφέρονται κι αὐτοὶ σὲ μᾶς. Εἶναι προϋπόθεση, μᾶς λέει, ἂν θέλουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ μᾶς ἀγαποῦν, νὰ μᾶς σέβονται καὶ νὰ μᾶς συγχωροῦν, τότε κι ἐμεῖς πρῶτοι νὰ συμπεριφερόμαστε ἔτσι.
Ἄν ἀγαπᾶτε, διευκρινίζει, αὐτοὺς ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ὅπως κάνουν οἱ ἁμαρτωλοί, καὶ κάνετε καλὸ μόνο σὲ ἐκείνους ποὺ σᾶς φέρονται καλά, τότε μέσα σας δὲν ὑπάρχει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἂν δανείζετε σ ̓ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένετε νὰ ἔχετε ἀπολαβές, ὅπως κάνουν οἱ ἁμαρτωλοί, τότε ἡ ἀγάπη γίνεται δοσοληψία καὶ ἡ φιλανθρωπία ἰδιοτέλεια. Γι ̓ αὐτό, πάλι μᾶς προτρέπει, νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ πράττετε τὸ ἀγαθὸ καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς νὰ περιμένετε ἀνταπόδοση, καὶ τότε ὁ μισθός σας θὰ εἶναι πολὺς καὶ θὰ εἶσθε γνήσια παιδιὰς τοῦ Θεοῦ, ἀφετεῖς ἀχάριστους καὶ πονηροὺς ἀνθρώπους.
Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Κύριος ἀναλύει πρακτικὰ τὶ σημαίνει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, καὶ τὴν διαστέλλει ἀπὸ κάθε ἐνέργεια ποὺ ἀποβλέπει στὸ συμφέρον μας. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι γιὰ τὸν Χριστὸ μία κίνηση ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων γύρω μας, ἀλλὰ ἀντλεῖ τὴν καταγωγή της καὶ τὴ δύναμή της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ νέα ἐντολή, ἡ μοναδικὴ ἐντολὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἶναι τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», καθὼς σ' αὐτὴ στηρίζονται καὶ ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες, καὶ κάθε ἔκφραση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Γι ̓ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος δίνει σαφῆ ἐντολὴ θέλοντας νὰ διεγείρει τὴν ψυχή μας πρὸς τὴν πραγμάτωση τῆς ἀληθινῆς κοινωνίας μὲ τὸν πλησίον, μᾶς λέει πὼς σημάδι ὅτι εἴμαστε γνήσιοι η μαθητές του εἶναι ἀλλή ὄγα. Δὲν ζήτησε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους νὰ κάνουν σημεῖα καὶ θαύματα, παρόλο ποὺ ὁ ἴδιος τοὺς ἔδωσε αὐτὴ τὴν δωρεὰ καὶ χάρη, ἀλλὰ ταυτίζει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἀγάπη πρὸς τὸν ἀγάπη πρὸς. Ἐπείνασα, μᾶς λέει, καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ συνδέεται ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.
Δὲν εἶναι σπάνιο φαινόμενο, μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια καὶ ἀδυναμία μας, καὶ ἔχοντας ἀνάγκη νὰ εἰσπράξουμε τὴν ἀγάπη τῶν συνανθρώπων μας, νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἀγάπη ὡς μιὰ κίνηση συναισθηματική, ποὺ περιορίζεται σὲ στενὸ κύκλο, καὶ ἀνθρώπων γύρω τους ἀνάγεται συχνά. Ὅμως γιὰ τὸν Χριστὸ ἡ ἀγάπη εἶναι κοινωνία προσώπων καί, ἐπειδὴ ὡς κοινωνία προσώπων καὶ ὡς σχέση ἑνότητας μὲ τὸν συνάνθρωπο καὶ μὲ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μὲ ὅρους ἰδιοτελεῖς, τὸ χαρακτηριστικό της ἀναφορὰ ἰδιοτελεῖς. προσφορὰ δίχως ἀνταλλάγματα. Πιὸ ἁπλᾶ, ἂν περιμένουμε ὅλοι μας πρῶτα οἱ ἄλλοι νὰ μᾶς φερθοῦν μὲ ἀγάπη, ὥστε κι ἐμεῖς νὰ πράξουμε ἀνάλογα, τότε μοιραῖα οἱ ἄνθρωποι ἀποξενωνόμαστε ἀποξενωνόμαστε τώρα μεταξύ μας, κλεινοῦν. ἀπομόνωση, ποὺ εἶναι ἡ Κόλαση.
Ἡ κοινωνία σήμερα χαρακτηρίζεται, ὅσο ποτέ, ἀπρόσωπη, οἱ ἄνθρωποι ὡς μονάδες, ζοῦμε ἀπομονωμένοι, σκυθρωποί, δίχως ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν πλησίον, δίχως πραγματικὴ ἀγάπη καὶ χαρὰ μέσα μας.
Ἔξοδο φυγῆς ἀπὸ τὴν κόλαση τῆς καθημερινότητας ἀποτελεῖ ἡ προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ, σήμερα, νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν παθητικὴ ἐγωιστικὴ στάση στὴν ἐνεργητικὴ καὶ πραγματικὴ ἔκφραση τῆς ἀγάπης, ποὺ προσφέρει καὶ προσφέρεται καὶ ὅπως, προσφέρεται καὶ ὅσι, Ἴδιος, φωτίζοντας τὴν προοπτικὴ τῆς ὄντως Ζωῆς καὶ τῆς ἀνάστασης ποὺ χρειαζόμαστε. Ἀμήν.
Κυριακὴ Γ΄ Λουκά (Λουκ. ζ΄ 11-16)
9 Οκτωβρίου 2022
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς διηγήθηκε σήμερα μὲ σύντομο καὶ παραστατικὸ τρόπο τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ μοναδικοῦ παιδιοῦ μιᾶς γυναίκας χήρας ποὺ ζοῦσε στὴν κωμόπολη τῆς Ναΐν. Ἡ κωμόπολη αὐτὴ βρίσκεται στὰ νότια τοῦ ὄρους Θαβώρ, στὴν Γαλιλαία.
Ἐκεῖ πήγαινε ὁ Κύριος συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ ἀπὸ πολὺ κόσμο. Μόλις πλησίασε τὴν πύλη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμπαιναν στὴν πόλη, βρέθηκε μπροστὰ στὴν νεκρικὴ πομπή. Ἡ θλίψη ὅλων καὶ ἰδιαίτερα τῆς μητέρας, ἀβάστακτη.
Τὰ πράγματα ὅμως μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀλλάζουν τροπή. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς συναντιέται μὲ τὸν θάνατο. Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα τοῦ κόσμου, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔσβηνε κάθε ἀνθρώπινη ἐλπίδα. Εἶναι ὅμως Ἐκεῖνος ποὺ ἀφανίζει τὴν θλίψη καὶ τὸν πόνο καὶ φέρνει στὸν κόσμο τὴν χαρά. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔχει ἐξουσία νὰ λέει: «Νεανίσκε, σοὶ λέγω ἐγέρθητι» καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς ζωῆς νὰ ἐνεργοποιεῖται αὐτοστιγμεί. Τὸ νεκρὸ παιδὶ σηκώνεται καὶ παραδίδεται ζωντανὸ στὴν ἀπελπισμένη μητέρα.
Μὲ αὐτὸν τὸν θαυματουργικὸ τρόπο ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸν λαό του. Δὲν ἦταν καθόλου μικρὸ γεγονὸς αὐτὸ ποὺ εἶδαν ὅλοι. Ἕνας νεκρὸς ἀναστήθηκε μὲ τὸ πρόσταγμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ λύπη ποὺ εἶχε κυριεύσει τὴν ψυχή τους ἔφυγε καὶ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν χαρά.
Ὁ θάνατος, ἀδελφοί μου, εἶναι ἀδιαμφισβήτητα φοβερὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι ἕνα ἀφύσικο γεγονὸς ποὺ δὲν ἐπινοήθηκε ἀπὸ τὸν Δημιουργό, ἀλλὰ προέκυψε ὡς συνέπεια τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ ζοῦμε, ὄχι νὰ πεθαίνουμε. Μᾶς ἔδωσε τὴν ζωή, γιὰ νὰ τὴν ἀπολαμβάνουμε καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὴν ἀκυρώνουμε.
Ὁ θάνατος ἔρχεται στὴ ζωή μας, ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα. Μόλις ἡ ἀθάνατη ψυχὴ ἐγκαταλείψει τὸ φθαρτό μας σῶμα, αὐτὸ διαλύεται, μαρτυρῶντας ὅτι ἡ ζωὴ εἶχε ἀξία συζευγμένη μόνο μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ψυχή μέσα μας. Ἡ ἀθάνατη ψυχὴ ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ περιμένοντας τὴν κοινὴ ἀνάσταση. Τὸ σῶμα μετὰ τὴν ἀνάσταση δὲν εἶναι πλέον φθαρτό, ἀλλὰ ἀφθαρτοποιημένο χωρὶς ὑλικὲς ἀνάγκες. Μὲ τὸ σῶμα αὐτὸ ἡ ψυχὴ θὰ ζήσει αἰώνια, χωρὶς τὸν φόβο νὰ τὸ ἀποχωριστεῖ ξανά.
Ἡ ἐπανασύσταση αὐτὴ τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητας καὶ ἡ ἐκ νέου ἑνοποίησή της εἶναι τὸ μεγάλο δῶρο τοῦ Νικητοῦ τοῦ θανάτου, Χριστοῦ, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς Ἀναστάσεώς του.
Πολλοὶ ἄνθρωποι δυσκολεύονται νὰ πιστέψουν στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἑπομένως στὴν ἀνάσταση καὶ τῶν δικῶν μας σωμάτων, ἐπειδὴ παραμένουν δοῦλοι τῆς φθορᾶς καὶ τῶν παθῶν. Ἔτσι χάνεται ἡ προοπτικὴ τῆς αἰωνιότητας, καὶ ἡ ζωή μας κυριεύεται ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ τὸν τρόμο τοῦ θανάτου.
Τὴν πίστη μας ὅμως στηρίζει ὁ ἄδειος τάφος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ὀνομάζεται καὶ εἶναι Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ λειτουργική μας ζωὴ ἔχει ὡς ἐπίκεντρό της τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀντλεῖται ἡ ἐλπίδα καὶ προσφέρεται ἡ ζωή.
Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνονται τὰ πρότυπά μας, ἐπειδὴ ἀπέκτησαν αὐτὴν τὴν πεῖρα τῆς ἀναστάσεως, ἀψηφῶντας τὰ πάντα καὶ θυσιαζόμενοι γιὰ τὸν Χριστὸ μὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Δὲν ὑπολόγισαν πλούτη, νειᾶτα οὔτε κι αὐτὴ τὴν ζωή τους, προκειμένου νὰ κερδίσουν τὴν χαρὰ τῆς αἰωνιότητας. Ἔζησαν τὴν χαρὰ τῆς ἀναστάσεως ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο, ἐπειδὴ πίστεψαν ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος ποὺ θὰ μᾶς ξημερώσει στὴν ποθητὴ ἡμέρα τῆς ὄντως ζωῆς.
«Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι». Ὁ παντοδύναμος λόγος τοῦ Κυρίου ποὺ ἀνέστησε τὸ νεκρὸ γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναῒν ἀντηχεῖ σὲ κάθε χρόνο καὶ ἐποχὴ καὶ διαλαλεῖ τὸ μήνυμα ὅτι πλέον ὁ θάνατος ἔχει νικηθεῖ. Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν νεκροί. Ὅλοι εἴμαστε ζωντανοί. Ἄλλοι στὴ γῆ κι ἄλλοι στὸν οὐρανό.
Ἂς μὴ λυπόμαστε λοιπὸν ὑπερβολικὰ γιὰ τοὺς ἀγαπημένους μας κεκοιμημένους. Πρέπει νὰ μᾶς παρηγορεῖ ἡ βεβαιότητα ὅτι ζοῦν στὴν φιλάνθρωπη ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἄς προσευχόμαστε γι ̓ αὐτοὺς καὶ ἂς ἀγωνιζόμαστε νὰ τοὺς συναντήσουμε, γιὰ νὰ ζήσουμε μαζί τους καινὴ καὶ ἀναστημένη ζωή. Ἀμήν.
Κυριακὴ Δ΄ Λουκά (Λουκ. η΄ 5-15)
16 Οκτωβρίου 2022
Στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ὁ Χριστός, ὡς σπορέας, σπείρει τὸν ἴδιο Του τὸν λόγο στοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀνάλογα μὲ τὴν δεκτικότητά τους διακρίνονται σὲ τέσσερεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, στὴν πρώτη κατηγορία ἀνήκουν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν καρδιά τους τόσο σκληρὴ ὅσο σκληρὸς εἶναι καὶ ἕνας χωμάτινος δρόμος ποὺ πατιέται διαρκῶς. Ὅσο πατιέται γίνεται τόσο σκληρός, σὰν νὰ εἶναι στρωμένος μὲ ἄσφαλτο. Καὶ στὴν ἄσφαλτο δὲν βλαστάνει τίποτε. Οἱ σπόροι ποὺ ρίχνονται σὲ αὐτὴν καταστρέφονται. Ἔτσι εἶναι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ σκληρὴ καρδιὰ ποὺ δὲν ἀποδέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ μένουν ἄκαρποι.
Ἡ δεύτερη κατηγορία ἀφορᾶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἑλκύονται ἀπὸ τὰ πνευματικά του μηνύματα καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ ζήσουν σύμφωνα μὲ αὐτόν. Ὅμως, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται μὲ τὶς σωστὲς προϋποθέσεις. Δὲν κατανοοῦν ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι μία δύσκολη πορεία ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ἐπίγεια στὰ μόνιμα καὶ ἐπουράνια καὶ ἀπὸ τὰ δυσχερῆ καὶ λυπηρὰ στὰ εὐφρόσυνα καὶ αἰώνια. Θεωροῦν ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ὁ ἰδανικὸς δρόμος γιὰ ὑγεία, εὐτυχία καὶ ἐπιτυχία. Ἔτσι, στὸν πρῶτο πειρασμό, στὴν πρώτη δυσκολία ἐγκαταλείπουν ὡς ἀτελέσφορο τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ τρίτη κατηγορία ἀντιστοιχεῖ στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν κοσμικά, μὲ καλοπέραση, μέριμνες ποικίλες, πλοῦτο καὶ κάθε εἴδους ἀπολαύσεις. Αὐτὰ ὅμως εἶναι ἀγκάθια ποὺ πνίγουν τὸν καλὸ σπόρο καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἀναπτυχθεῖ. Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ καλὸς σπόρος, ποὺ φτάνει στὶς καρδιὲς αὐτῆς τῆς κατηγορίας ἀνθρώπων, ἀλλὰ δὲν καταφέρνει νὰ ριζώσει καὶ νὰ ἀποδώσει καρποὺς πνευματικούς. Οἱ ἀπολαύσεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ὅταν ἀπολυτοποιηθοῦν ὡς στόχος, γίνονται θηλιὰ στὸ λαιμὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ πολὺ περισσότερο τῶν Χριστιανῶν. Ἐκεῖ ποὺ θὰ ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι νὰ ζοῦν πνευματικά, μὲ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ψυχῆς τους στραμμένο στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, παρασύρονται ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ δύναμη τῶν ἐπίγειων ἀπολαύσεων καὶ ξεχνοῦν τὸν Θεό. Ὅταν, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι ξεχάσουν τὸν Θεὸ καὶ κλείσουν τὴν καρδιά τους στὸν λόγο Του, τότε μένουν ἄκαρποι, δίχως τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μέσα τους. Πόσο τραγικὸ εἶναι στ' ἀλήθεια αὐτὸ γιὰ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τρέφονται μὲ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου.
Ἡ τέταρτη κατηγορία ἀφορᾶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ διατηροῦν ἀνοικτὴ τὴν καρδιά τους στὴ σπορὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ χαρακτηριστικό τους εἶναι ὅτι αὐτοὶ διαφοροποιοῦνται μόνο στὸ ὅτι θέλουν, ἐπιθυμοῦν καὶ ἀγωνίζονται στὴν τήρηση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ μοχθοῦν ἐπίπονα νὰ τὸν τηρήσουν. Μπορεῖ νὰ πέφτουν σὲ σφάλματα καὶ μπορεῖ νὰ ἀστοχοῦν σὲ πολλά, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ ἐπιδεικνύουν ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ στὸν στόχο τους. Δὲν βλέπουν τὸν χριστιανισμὸ ἐπιφανειακά, ἀλλὰ τὸν ζοῦν οὐσιαστικά. Ἡ καρδιά τους βρίσκεται στραμμένη στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὴν πολυπροσωπία τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ καρποφοροῦν πνευματικά. Αὐτοὺς ἐννοεῖ ὁ Χριστὸς λέγοντας «τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ».
Συνεπῶς, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καρποφορήσουμε πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε συνείδηση καὶ δεκτικότητα. Νὰ ταυτίσουμε τὴν καρδιά μας μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀντιστεκόμαστε σὲ πράγματα ἐφήμερα ποὺ μᾶς ἀποσποῦν ἀπὸ τὴν τήρησή του. Ἐδῶ χρειάζεται ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή. Ὅπως ἀκριβῶς κάθε πράγμα ποὺ ἀξίζει. Διότι τὸ εὔκολο ἔχει λίγη καὶ ὄχι σταθερὴ ἀξία. Ἐνῷ ὁ Χριστὸς καὶ οἱ ἐπαγγελίες Του ἀφοροῦν στὸν θησαυρὸ ποὺ ἀναζητοῦμε, δηλαδὴ στὴ μονιμότητα τῆς Βασιλείας Του μέσα μας.
Κυριακὴ Στ΄ Λουκά (Λουκ. η΄ 27-39)
23 Οκτωβρίου 2022
Πολλοὶ ἄνθρωποι ἀδυνατοῦν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴ μανία τοῦ διαβόλου ποὺ στρέφεται κατὰ τῆς ψυχῆς μας καὶ μᾶς δημιουργεῖ πολλὰ προβλήματα, γι ̓ αὐτὸ παρεχώρησε ὁ Θεὸς νὰ δαιμονισθοῦν μερικοὶ καὶ στὸ σῶμα, ὥστε πόσο φοβερὸ εἶναι. νὰ κάνει κάποιος ἔνοικο τῆς ψυχῆς του τὸν διάβολο, ὅταν πραγματοποιεῖ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς.
Τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα περιγράφει ἕνα δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα. Ἡ περιγραφὴ εἶναι φοβερὴ καὶ ἀξίζει νὰ δοῦμε μερικὰ σημεῖα ἀπ ̓ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής. Κατ' ἀρχὴν πρέπει νὰ τονίσουμε πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ καταργήσει τὸ κράτος τοῦ διαβόλου, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ Χριστός, κατὰ τὴν παντοδυναμία Του, ἐκδιώκει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ μᾶς χαρίζει τὴν αἰώνια ζωή. Ἀπὸ εὐσπλαγχνία ἦλθε στὸν αἰγιαλὸ ὅπου διέτριβε καθημερινῶς ὁ δυστυχισμένος ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια. Γι ̓ αὐτὸ τὸ λόγο ἐκεῖνο τὸ σμῆνος τῶν δαιμόνων, ὅταν ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου τοὺς μάστιζε ἀνηλεῶς, βρέθηκε σὲ ἀμηχανία κι ἄρχιζε νὰ κραυγάζει· «τὶ ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαὶ σου μὴ μὲ βασανίσῃς» (Λουκ. 8,28). Φοβήθηκαν πὼς θὰ τοὺς παραδώσει στὴν αἰώνια κόλαση. Ἡ κόλαση γιὰ τὸ διάβολο εἶναι νὰ παραδοθεῖ σὲ ἀκινησία καὶ νὰ καταργηθεῖ κάθε πονηρή του ἐνέργεια. Νὰ μὴν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ κακό.
Ἀναγκάσθηκε λοιπὸν ἡ λεγεώνα τῶν δαιμόνων νὰ ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν παρακαλέσει χρησιμοποιῶντας μάλιστα λόγια κολακείας. Τὸ πλῆθος τῶν δαιμόνων ἐξαιτίας τῆς πονηρῆς κοινωνίας ποὺ εἶχαν μεταξύ τους, μιλοῦν σὰν νὰ εἶναι ἕνας καὶ χρησιμοποιοῦν τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου. Ὁ Κύριος ρώτησε τὸ δαιμονισμένο ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά του· «ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι εἰσῆλθεν δαιμόνια πολλὰ εἰς αὐτόν». Ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ ρωτήσει γιὰ νὰ μάθει τὶ γίνεται μέσα στὸ δαιμονισμένο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς πληροφορήσει πόσοι φονευτὲς δαίμονες ταλαιπωροῦσαν ἐκεῖνον τὸν δυστυχισμένο. Ἐπίσης ἤθελε ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς δείξει πὼς ὅλος αὐτὸς ὁ συρφετὸς ποὺ ἐξεστράτευε καθημερινῶς ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, «ἀνελεῖν οὐκ ἐξίσχυσεν», δὲν μπόρεγραμμε νὰ ἰδια ὑπολεγραμμείας ὁ σκοτώσει, θ. Ὁ διάβολος ὅλα θὰ τὰ κατάστρεφε καὶ κανένα πλάσμα δὲ θὰ ἔμενε ἀπείρακτο ἀπ ̓ τὶς ἐνέργειές του, ἐὰν δὲν τὰ προστάτευε ἡ ἀκαταγώνιστη δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη κι ἡ παράκληση τῶν δαιμόνων νὰ μποῦν μέσα στοὺς χοίρους δείχνει τὴν ἀδυναμία τους, ὅταν ἐμφανισθεῖ μπροστά τους ὁ Θεὸς καὶ τοὺς καταργήσει τὴν πονηρὴ δραστηριότητα.
Κάθε πονηρὸ πάθος ἐξαιτίας τῆς ἀκαθαρσίας του δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο κτηνώδη βίο. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μόλυναν τὸν χιτῶνα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, περιφέρονται σὰν χοῖροι. Ἀπ' αὐτοὺς πιὸ διακριτοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀγάπησαν τὴν ἡδυπάθεια καὶ προνοοῦν ἁμαρτωλὰ γιὰ τὴ σάρκα τους. Ὁ Παῦλος λέγει: «ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (Ρωμ. 13,14). Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος προσθέτει πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ στερεῖται λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴ στολὴ τοῦ βαπτίσματος, δὲν μένει μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, δηλαδὴ ζεῖ μέσα στὰ νεκρὰ ἔργα, ὅπως π.χ. στὴν πορνεία καὶ στὶς ἀκάθαρτες πράξεις.
Ἕνας ἄλλος ἑρμηνευτὴς θὰ συμπληρώσει. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βαρύνεται μὲ φαῦλες πράξεις συνέχεται ἀπ ̓ τὸν πονηρὸ δαίμονα. Βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τῶν ἀρετῶν, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία καὶ σὰν νὰ εἶναι δεσμὰ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τὶς ἀποθέτει βγάζοντας τῆς σωφροσύνης τὸν χιτῶνα, ἐνῷ παραδίδεται στὴν ἀπραξία τῶν ἐναρέτων. Ἡ ἀπραξία αὐτὴ συμβολίζεται μὲ τὴν κατοίκηση τοῦ δαιμονισμένου στὰ μνήματα. Ἡ τραγικότητα τοῦ διαβόλου εἶναι ὅτι ξέρει τί τὸν περιμένει κι ὅμως δέν μετανοεῖ. Παραμένει ἀμετανόητος, καὶ μάλιστα μὲ λυσσώδη μανία ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται. Ἡ ἀμετανοησία, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν διάβολο, εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν σ ̓ ὅλον τὸν κόσμο. Παραμένοντας στὰ πάθη μας δὲν ἀφήνουμε περιθώριο στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει.
Ἀδελφοί,
Ὁ πονηρὸς ἔχει δεσμεύσει τὴ βούλησή μας καὶ μᾶς ἔκανε ἄπρακτους γιὰ τὰ καλὰ ἔργα καὶ τοὺς θεοφιλεῖς ἀγῶνες. Ἂς ἀναζητήσουμε τὸν Θεὸ μὲ ὅλη μας τὴν ψυχικὴ δύναμη κι ἂς καλλιεργήσουμε τὶς ἐντολές του μὲ ταπείνωση, ὥστε νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καὶ νὰ νοιώσουμε ἐλεύθεροι μέσα στὸ χῶροκλησίας τοῦ χῶροκλησίας.
Κυριακὴ Ε΄ Λουκά (Λουκ. ιστ΄ 19-31)
30 Οκτωβρίου 2022
Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ διηγεῖται τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου μᾶς φέρνει μπροστὰ στὸ δύσκολο, αἰώνιο καὶ ἀκανθῶδες πρόβλημα τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ κεντρικὸ θέμα της ἡ καταδίκη τοῦ πλούτου καὶ ὁ ὕμνος τῆς φτώχειας, ὅπως φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως.
Ὁ πττωχὸς δὲν κερδίζει τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι πτωχός, ἄλλα ἐπειδὴ στηρίζει τὶς ἐλπίδες του στὸν Θεὸ καὶ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή του. Καὶ ὁ πλούσιος δὲν εἶναι καταδικασμένος, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἀπολαμβάνει ὑλικὰ ἀγαθά, ἄλλα ἐπειδὴ στηρίζει τὴν ζωή του σ ̓ αὐτὰ καὶ ὄχι στὸν Θεό. Ἐπειδὴ ἐπίσης ἔχει ξεχάσει τὸν πτωχὸ συνάνθρωπό του καὶ ἐπειδὴ ἔχει κλεισθεῖ καὶ παγιδευθεῖ στὸν πλοῦτο του. Μπορεῖ ὅμως κι ἕνας πλούσιος νὰ εἶναι πρότυπο ἀγάπης καὶ ἕνας πτωχὸς νὰ εἶναι ἀσεβής. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐπίσης μιὰ πιθανὴ ἄλλη κατάσταση μέσα στὴ ζωή.
Ἔτσι οἱ λέξεις «πλούσιος» καὶ «πτωχὸς» γιὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν ἕνα βαθύτερο καὶ οὐσιαστικὸ παρὰ καθαρὰ κοινωνικὸ περιεχόμενο. Ἐκεῖνο στὸ ὅποιο ἀποβλέπει ἡ παραβολὴ εἶναι ἡ ἐπισήμανση ἑνὸς πραγματικοῦ κινδύνου. Τοῦ κινδύνου τῆς αὐτάρκειας καὶ τῆς πεποίθησης ὅτι ἡ εὐημερία εἶναι ἀτέλειωτη, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα τὸ μόνο σταθερὸ καὶ ἀμετάβλητο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅπως διατυπώθηκε μέσα στὴν Ἁγία Γραφή. Ὅλα ἀλλάζουν καὶ εὑρίσκεται ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ σὲ ἀπροσδόκητες ἐκπλήξεις. Ὅταν μάλιστα εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ νὰ μετανοήσει, ἡ κατάσταση τότε γίνεται ἀναπόφευκτα τραγική.
Ὁ πλούσιος τῆς Εὐαγγελικῆς διηγήσεως βλέπει νά μεταβάλλονται τὰ πάντα στὴν ἄλλη ζωή. Αὐτὸς διψᾶ καὶ ὁ πτωχὸς Λάζαρος εὐφραίνεται. Ζητεῖ νὰ τοῦ δοθεῖ ἡ δυνατότητα νὰ προειδοποιήσει τοὺς πέντε ἀδελφούς του γιὰ τήν μελλοντικὴ κατάστασή τους. Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση εἶναι σαφής: «Ἔχουν τοὺς Προφῆτες, ἂς τοὺς ἀκούσουν».
Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος ζητεῖ λογικὲς ἀποδείξεις γιὰ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ τὸν ἀφοροῦν, θέλει ἕνα θαῦμα, ἔχει ἀνάγκη τὴν ἐμπειρία ἑνὸς αὐτόπτη μάρτυρα, θέλει νὰ μαρτυραίζεται, γιὰ ἡ πίστη του. ὅπως λέμε, σὲ τετράγωνη λογική. Ὅλοι λίγο πολὺ εἴμαστε παγιδευμένοι στὸν πλοῦτο τῶν γνώσεών μας, τῆς ἐπιστήμης, τῆς λογικῆς μας. Προφανῶς ὅλοι θὰ πιστεύαμε ἀμέσως στὴ μέλλουσα κατάσταση τῆς ζωῆς μας, ἂν κάποιος αὐτόπτης μάρτυρας ἐρχόμενος ἀπὸ ἐκεῖ καὶ περιγράφοντάς την μᾶς βεβαίωνε λογικά.
Ὅμως πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀνάγκη μας θεραπεύει. Ἔρχεται ξανὰ καὶ ξανά, ὡς ἐπαναλαμβανόμενη ἐπίσκεψη στὸν χρόνο τῆς ζωῆς μας καὶ μᾶς προτρέπει γιὰ ἐλεύθερη ἀποδοχὴ στὸ προσκλητήριο τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνοντας τὴν φυλακὴ τῆς λογικῆς μας. Αὐτὴ ἡ ὑπέρβαση εἶναι μετάνοια καὶ καινούριος τρόπος ζωῆς, ποὺ στρέφει τὴν προσοχή μας στὴν παροῦσα χρονικὴ στιγμή, ὡς τὴν πιὸ καταλλήλη ὥρα τῆς μεγάλης ἀπόφασεώς μας.
