Η ευαγγελική περικοπή Ματθαίος 28:1–20, που αναγιγνώσκεται στον Εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου που τελούνται συνήθως το Μεγάλο Σάββατο το πρωΐ (Εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα), τοποθετεί την Εκκλησία μπροστά στο γεγονός που θεμελιώνει όλη την πίστη της: την Ανάσταση του Χριστού. Η ανάγνωση αυτή, μέσα στο λειτουργικό πλαίσιο της ημέρας, φωτίζει το μυστήριο της «καινής κτίσεως» και παρουσιάζει την Ανάσταση ως νίκη κατά του θανάτου, ως αποκάλυψη της αλήθειας του Χριστού και ως αφετηρία της αποστολής της Εκκλησίας.
Η αφήγηση ξεκινά «Ὀψὲ δὲ σαββάτων»· η μετάβαση από το Σάββατο στην «μίαν σαββάτων» δεν είναι μόνο χρονική, αλλά και θεολογική. Το Σάββατο συνδέεται με την παλαιά δημιουργία και την ανάπαυση, ενώ η πρώτη ημέρα της εβδομάδος γίνεται σημείο της νέας αρχής: ο αναστημένος Χριστός εγκαινιάζει μια ζωή που δεν τελειώνει. Στην Ορθόδοξη συνείδηση, η Κυριακή είναι η «όγδοη ημέρα», δηλαδή η ημέρα της Βασιλείας, που υπερβαίνει το μέτρο του χρόνου.
Οι μυροφόρες γυναίκες έρχονται «θεωρῆσαι τὸν τάφον», με καρδιά πένθιμη, αλλά και με αγάπη που δεν υπολογίζει φόβο. Η Εκκλησία βλέπει στις μυροφόρες την εικόνα της πιστής ψυχής που αναζητεί τον Χριστό ακόμη και μέσα στη σιωπή του θανάτου. Κι όμως, αυτό που συναντούν δεν είναι ένας κλειστός τάφος, αλλά ένα γεγονός κοσμοσωτήριο: «σεισμὸς ἐγένετο μέγας» και άγγελος Κυρίου απεκύλισε τον λίθο. Ο σεισμός δηλώνει ότι η Ανάσταση δεν είναι ιδιωτικό θαύμα, αλλά πράξη που συγκλονίζει την κτίση. Ο λίθος δεν μετακινείται για να εξέλθει ο Χριστός—ο Αναστάς δεν περιορίζεται από υλικά εμπόδια—αλλά για να εισέλθουν οι άνθρωποι στην μαρτυρία του κενού τάφου και να προσκληθούν στην πίστη.
Το μήνυμα του αγγέλου είναι πυρήνας ευαγγελικής χαράς: «Μὴ φοβεῖσθε… ἠγέρθη γὰρ». Η Ανάσταση αποκαλύπτει ότι ο φόβος, ως σκιά του θανάτου, δεν έχει πλέον την τελευταία λέξη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βλέπει την Ανάσταση κυρίως ως «επιστροφή στη ζωή» ενός προσώπου, αλλά ως καταπάτηση του θανάτου και αρχή της ανακαινίσεως του ανθρωπίνου γένους. Η πρόσκληση «Δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον» έχει και πνευματικό νόημα: ο άνθρωπος καλείται να δει «τον τόπο» όπου κείται ο παλαιός εαυτός, η αμαρτία και η φθορά, και να αποδεχθεί την κένωση του τάφου ως υπόσχεση δικής του αναστάσεως.
Καθώς οι γυναίκες τρέχουν «μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης», φανερώνεται η διπλή εμπειρία της θεοφανείας: φόβος ως δέος μπροστά στο θείο, και χαρά ως δωρεά της παρουσίας του Θεού. Ο Χριστός τις συναντά και λέγει «Χαίρετε». Η χαρά δεν είναι απλό συναίσθημα· είναι η ενέργεια της ζωής που νίκησε τον θάνατο. Εκείνες «ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας» και τον προσκύνησαν, γεγονός που υπογραμμίζει την πραγματικότητα του αναστημένου σώματος. Η Ορθοδοξία επιμένει ότι η Ανάσταση είναι πραγματική και σωματική, χωρίς να παύει να είναι μεταμορφωμένη: ο ίδιος ο Ιησούς, αλλά πλέον ελεύθερος από τους νόμους της φθοράς.
Η περικοπή περιλαμβάνει και τη σκοτεινή πλευρά: την απόπειρα από τους Αρχιερείς και τους Πρεσβυτέρους συγκάλυψης με ψεύδος και χρήματα. Έτσι φανερώνεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αντισταθεί στο φως, όχι επειδή το φως είναι αδύναμο, αλλά επειδή η καρδιά προτιμά την εγωιστική αυτάρκεια και το συμφέρον. Παρά ταύτα, η αλήθεια της Αναστάσεως δεν εξαρτάται από την ανθρώπινη αποδοχή, αλλά φανερώνεται ως μαρτυρία που αλλάζει την ιστορία.
Η κορύφωση έρχεται με τη Αποστολή των Μαθητών: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη… βαπτίζοντες… διδάσκοντες». Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η αποστολή δεν είναι προπαγάνδα, αλλά πρόσκληση σε μετοχή στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Το βάπτισμα «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» είναι είσοδος στην εκκλησιαστική ύπαρξη, όπου η σωτηρία βιώνεται ως κοινωνία και θέωση. Και η υπόσχεση «Ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας» θεμελιώνει την ελπίδα: ο Αναστάς δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά είναι παρών στο σώμα Του, την Εκκλησία, έως τη συντέλεια του αιώνος.
