Η περικοπή Ιωάννης 12:1–18, που αναγιγνώσκεται την Κυριακή των Βαΐων, τοποθετεί τον πιστό στο κατώφλι του εκούσιου Πάθους. Ο Κύριος έρχεται στη Βηθανία «πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα» (Ιω. 12:1), αφού έχει ήδη αναστήσει τον Λάζαρο. Η Ανάσταση του Λαζάρου είναι προανάκρουσμα της καθολικής Αναστάσεως και συγχρόνως πρόκληση προς τις δυνάμεις του θανάτου: ο Χριστός φανερώνεται ως «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (πρβλ. Ιω. 11:25), και γι’ αυτό η είσοδός Του στα Ιεροσόλυμα θα είναι βασιλική, αλλά με τρόπο αντίθετο προς την κοσμική δόξα.
Στη Βηθανία, η Μαρία χρίει τα πόδια του Ιησού με «λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου» (Ιω. 12:3) και τα σκουπίζει με τις τρίχες της κεφαλής της. Η πράξη αυτή είναι λατρευτική προσφορά: προάγγελος της ταφής, αλλά και ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός «Χριστός» (ο Κεχρισμένος). Η Εκκλησία βλέπει εδώ το ήθος της αυθεντικής αγάπης: η Μαρία «σπαταλά αλόγιστα» σύμφωνα με την άποψη του κόσμου αλλά αυτή δεν μετρά τον Θεό με κριτήρια ωφελιμιστικά. Το σπίτι «ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου» (Ιω. 12:3): εικόνα του πώς η παρουσία του Χριστού και η πράξη της θυσιαστικής αγάπης πλημμυρίζουν τα πάντα με ευωδία, δηλαδή με αγιαστική χάρη.
Η αντίδραση του Ιούδα (Ιω. 12:4–6) αποκαλύπτει μια καρδιά που ντύνεται με λόγο «φιλανθρωπίας» αλλά κινείται από φιλαργυρία. Η Εκκληδία δεν το διαβάζει ηθικολογικά μόνο· το θεωρεί πνευματικό φαινόμενο: όταν ο άνθρωπος χάνει τον Χριστό ως κέντρο, ακόμη και τα «καλά» επιχειρήματα γίνονται πρόσχημα. Ο Ιησούς απαντά: «ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό» (Ιω. 12:7). Δεν ακυρώνει την ελεημοσύνη, αλλά φανερώνει την ιεραρχία της αγάπης: πρώτα η κοινωνία με τον Θεό, που γεννά και τρέφει την αληθινή φιλανθρωπία. Η φράση «τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν» (Ιω. 12:8) δεν είναι δικαιολογία αδιαφορίας, αλλά υπενθύμιση ότι η ζωή της Εκκλησίας θα είναι διαρκώς σταυρική: η διακονία των πτωχών μένει ως μόνιμη ευθύνη, ενώ η ορατή παρουσία του Χριστού πορεύεται προς το Πάθος.
Κατόπιν, «ὄχλος πολύς» έρχεται να δει όχι μόνο τον Ιησού, αλλά και τον Λάζαρο (Ιω. 12:9). Η παρουσία του Λαζάρου είναι μαρτυρία που ενοχλεί: οι αρχιερείς «ἐβουλεύσαντο… ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν» (Ιω. 12:10). Εδώ φανερώνεται η τραγωδία της πώρωσης: αντί να δοξάσουν τον Θεό για τη ζωή που χαρίζεται, σχεδιάζουν νέο θάνατο. Η Εκκλησιαστική ερμηνεία το διαβάζει ως έκφραση της πεπτωκυίας καταστάσεως: η φιλαρχία οδηγεί τον άνθρωπο να νομιμοποιεί τον θάνατο ως τρόπο περιφρούρησης της τάξης και της «ασφάλειας».
Η είσοδος στα Ιεροσόλυμα (Ιω. 12:12–15) είναι η κορύφωση της περικοπής. Ο λαός κρατά «βαΐα τῶν φοινίκων» και αναφωνεί: «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ιω. 12:13). Η Εκκλησία ψάλλει αυτό το «Ὡσαννά» γνωρίζοντας ότι η ίδια πόλη που ζητωκραυγάζει, λίγο μετά θα φωνάξει «Σταύρωσον». Αυτή η μεταστροφή δείχνει πόσο εύκολα η θρησκευτική συγκίνηση μπορεί να μείνει στην επιφάνεια, αν δεν μεταβληθεί σε σταθερή μαθητεία.
Ο Χριστός όμως εισέρχεται «καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου» (Ιω. 12:14), εκπληρώνοντας την προφητεία: «μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου» (Ιω. 12:15· πρβλ. Ζαχ. 9:9). Ο Βασιλεύς έρχεται με πραότητα, όχι με πολεμικά άρματα. Η βασιλεία Του δεν θεμελιώνεται στη βία αλλά στην ταπείνωση, και η δόξα Του περνά από τον Σταυρό. Γι’ αυτό η Κυριακή των Βαΐων είναι πανηγύρι που ερμηνεύεται μέσα από το Πάθος: κρατούμε βαΐα, αλλά η λειτουργική μνήμη μάς οδηγεί άμεσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, όπου θα φανεί τι σημαίνει αληθινή βασιλεία: η αυτοπροσφορά του Χριστού «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας».
Τέλος, ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι οι μαθητές «οὐκ ἔγνωσαν… τὸ πρῶτον» (Ιω. 12:16), αλλά μετά τη δόξα (δηλαδή μετά τον Σταυρό και την Ανάσταση) κατάλαβαν. Η κατανόηση των μυστηρίων δεν είναι απλή διανοητική πράξη· είναι καρπός φωτισμού μέσα στην Εκκλησία. Έτσι, η περικοπή καλεί τον πιστό να περάσει από τον ενθουσιασμό στη μετάνοια, από τα βαΐα στη σταυρική αγάπη, για να φτάσει στη χαρά της Αναστάσεως.
