Η περικοπή που διαβάζεται στον Όρθρο της Αγίας και Μεγάλης Τρίτης (Ματθ. 22:15-46 και 23:1-39) μας εισάγει στο κλίμα των τελευταίων ημερών πριν το Πάθος: ο Χριστός δέχεται ερωτήσεις που δεν ζητούν αλήθεια αλλά αφορμή καταδίκης. Η Εκκλησία, τοποθετώντας το κείμενο στη Μεγάλη Εβδομάδα, δεν το δίνει ως ιστορική αντιπαράθεση, αλλά ως καθρέφτη της καρδιάς μας: πώς στεκόμαστε απέναντι στον Θεό όταν ο λόγος Του ελέγχει τις βεβαιότητές μας.
Στο «τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;» ο Κύριος δεν εγκλωβίζεται στο ψεύτικο δίλημμα πολιτικής ή επαναστατικής στάσης. Με το «ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» αποκαλύπτει μια πνευματική ιεράρχηση: η εξουσία του κόσμου έχει το πεδίο της, όμως η ύπαρξη του ανθρώπου φέρει «εικόνα» Θεού και ανήκει πρωτίστως σε Εκείνον. Το νόμισμα έχει την εικόνα του Καίσαρα· ο άνθρωπος έχει τη σφραγίδα του Δημιουργού. Άρα το ερώτημα μετατίθεται: τι «αποδίδω» εγώ στον Θεό; Τον χρόνο, τη λατρεία, τη μετάνοια, την αγάπη, την υπακοή στο θέλημά Του ή απλώς Του δίνω κάτι επιφανειακό, κρατώντας την καρδιά μου αλλού;
Έπειτα οι Σαδδουκαίοι, που αρνούνται την ανάσταση, επιχειρούν να γελοιοποιήσουν την πίστη με ένα υποτιθέμενο νομικό παράδειγμα (από τον Νόμο του Μωϋσή). Η απάντηση του Χριστού είναι καίρια: «πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ». Η Ορθόδοξη ανάγνωση εδώ τονίζει ότι η Ανάσταση δεν είναι ιδέα για ηθική παρηγοριά, αλλά αποκάλυψη της «δυνάμεως» του Θεού που μεταμορφώνει την κτίση. Στην ανάσταση «οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται», όχι επειδή ο Θεός υποτιμά τον γάμο, αλλά επειδή η μέλλουσα ζωή δεν είναι απλή προέκταση της παρούσας· είναι κοινωνία με τον Θεό που υπερβαίνει τις βιολογικές ανάγκες και τους περιορισμούς. Γι’ αυτό ο Χριστός αποκαλύπτει τον Θεό ως «Θεὸν Ἀβραὰμ… Ἰσαὰκ… Ἰακώβ», «οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων»: οι πατριάρχες ζουν ενώπιόν Του, και η σχέση μαζί Του δεν καταλύεται από τον θάνατο.
Στη συνέχεια, στο ερώτημα «ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ», ο Κύριος συνοψίζει όλο τον Νόμο και τους Προφήτες: αγάπη προς τον Θεό «ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ» και αγάπη προς τον πλησίον «ὡς σεαυτόν». Η Εκκλησία βλέπει εδώ το κέντρο της πνευματικής ασκήσεως της Μεγάλης Εβδομάδας: η αληθινή προετοιμασία για το Πάσχα δεν είναι συναισθηματική συγκίνηση, αλλά επιστροφή στην αγάπη που γίνεται πράξη—συγχώρηση, ελεημοσύνη, ταπείνωση, αλήθεια.
Το κείμενο κορυφώνεται με την ερώτηση του Χριστού: «τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστιν;» και την αναφορά στον Δαβίδ: «εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου…». Εδώ φανερώνεται ότι ο Μεσσίας δεν είναι απλώς βιολογικός απόγονος του Δαβίδ, αλλά Κύριος του Δαβίδ—δηλαδή ο Υιός είναι αληθινά Θεός. Στη Μεγάλη Εβδομάδα η Εκκλησία ομολογεί πως Αυτός που πορεύεται προς το Πάθος δεν είναι απλώς δίκαιος μάρτυρας, αλλά ο Ενανθρωπήσας Λόγος που εκούσια παραδίδεται για τη ζωή του κόσμου.
Τέλος, το κεφάλαιο 23 περιέχει τα αυστηρά «ουαί» κατά των Γραμματέων και Φαρισαίων. Η Ορθόδοξη παράδοση δεν τα διαβάζει ως προτροπή για καταδίκη ανθρώπων, αλλά ως προειδοποίηση κατά της υποκρισίας: άλλο να μιλάς για τον Θεό και άλλο να Τον αφήνεις να σε μεταμορφώνει. «Λέγουσι καὶ οὐ ποιοῦσι»: το χάσμα λόγου και έργου γεννά σκληρότητα, φιλαρχία, πνευματική τύφλωση. Ο Χριστός ζητά από τους μαθητές Του να μη ζητούν τίτλους και πρωτοκαθεδρίες, γιατί η εξουσία στην Εκκλησία είναι διακονία: «ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος». Η κορύφωση είναι ο θρήνος για την Ιερουσαλήμ: «ποσάκις ἠθέλησα… καὶ οὐκ ἠθελήσατε». Ο Θεός δεν βιάζει· καλεί. Και η Μεγάλη Τρίτη μάς τοποθετεί μπροστά στην ευθύνη της ελευθερίας μας: θα μείνουμε στη θρησκευτική αυτάρκεια ή θα αφήσουμε τον Χριστό να μας συνάξει «ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς»;
