WHAT ARE YOU LOOKING FOR?

Popular Tags

Προηγιασμένη Λειτουργία Μεγάλη Δευτέρα πρωΐ: Ματθαίος 24:3–35

Η ευαγγελική περικοπή Ματθαίος 24:3–35, που αναγιγνώσκεται στην Προηγιασμένη Λειτουργία της Μεγάλης Δευτέρας το πρωΐ, μας εισάγει στον λεγόμενο «Εσχατολογικό Λόγο» του Κυρίου. Οι μαθητές, βλέποντας τον Ιησού να αποχωρεί από τον Ναό και ακούγοντας λόγο περί καταστροφής του, Τον ρωτούν: «πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος;» (Ματθ. 24:3). Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαβάζει αυτό το κείμενο μέσα στο κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας: όχι ως μια ψυχρή «προφητεία γεγονότων», αλλά ως κλήση σε μετάνοια, εγρήγορση και πίστη, μπροστά στο μυστήριο της Κρίσεως και της Βασιλείας.

Ο Χριστός δεν δίνει στους μαθητές ένα χρονοδιάγραμμα. Αντίθετα, προφυλάσσει από την πλάνη της βεβαιότητας και από την περιέργεια που γεννά αμέλεια. «Βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ» (24:4): το πρώτο σημείο που δίνει ο Κύριος δεν είναι σημείο του τέλους, αλλά ο κίνδυνος ψευδοχρίστων, ψευδοπροφητών και παραπλάνησης. Στην Ορθόδοξη σκέψη η πλάνη δεν ταυτίζεται με μια απλή εσφαλμένη γνώμη· είναι πνευματική ασθένεια που θολώνει τη διάκριση του ανθρώπου και τον απομακρύνει από τη σωτηρία. Γι’ αυτό η Εκκλησία διδάσκει πως η αλήθεια δεν είναι απλώς ορθές ιδέες, αλλά σχέση με τον Χριστό μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, με μετάνοια, Μυστήρια και υπακοή στο φρόνημα των Αγίων Πατέρων.

Ο Κύριος μιλά για «πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων… λιμούς καὶ σεισμούς» (24:6–7) και διευκρινίζει: «πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων» (24:8). Η εικόνα των ωδίνων δείχνει ότι η ιστορία κινείται μέσα σε πόνο, αλλά με προοπτική γέννας: δεν τελειώνει στο σκοτάδι, αλλά κατευθύνεται προς την αποκάλυψη της Βασιλείας. Έτσι, τα δεινά δεν ερμηνεύονται ως «τιμωρίες»· γίνονται αφορμή εγρήγορσης, συμπάθειας προς τον πάσχοντα, και στροφής του ανθρώπου στον Θεό.

Στη συνέχεια ο Χριστός μιλά για διωγμούς και ψύξη της αγάπης: «διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (24:12). Εδώ το κέντρο δεν είναι η εξωτερική ταραχή, αλλά η εσωτερική διάβρωση: η απώλεια της αγάπης. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, το κριτήριο του τέλους δεν είναι κυρίως τα γεγονότα, αλλά η πνευματική κατάσταση των ανθρώπων. Όταν η αγάπη ψύχεται, η ζωή γίνεται «ανεξήγητα» σκληρή, οι σχέσεις θρυμματίζονται, και ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού. Αντίθετα, «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται» (24:13): η υπομονή εδώ δεν είναι παθητικότητα, αλλά σταθερότητα στην πίστη, επιμονή στον αγώνα της αρετής, και εμμονή στη φιλανθρωπία, ακόμα κι όταν όλα πιέζουν προς το αντίθετο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο λόγος: «καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος» (24:14). Η Εκκλησία βλέπει εδώ ότι η ιστορία δεν κλείνει με ένα τυχαίο «σοκ», αλλά με τη μαρτυρία της Βασιλείας. Το Ευαγγέλιο δεν διαδίδεται ως ιδεολογία, αλλά ως πρόσκληση σε κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό και το τέλος συνδέεται με την καθολικότητα της μαρτυρίας: ο Θεός σέβεται την ελευθερία και καλεί όλους σε δυνατότητα σωτηρίας.

Ο Χριστός, μιλώντας για τη μεγάλη θλίψη και για σημεία στον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα (24:29), χρησιμοποιεί γλώσσα προφητική, όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Η Ορθόδοξη ερμηνεία κρατά ισορροπία: δεν μειώνει το κείμενο σε καθαρό συμβολισμό, ούτε το μετατρέπει σε αστρονομική πρόβλεψη. Πρόκειται για περιγραφή κοσμικής ανατροπής, που δηλώνει ότι η παρουσία του Υιού του Ανθρώπου είναι γεγονός καθολικό, που κρίνει και ανακαινίζει τα πάντα. Το «σκοτείνιασμα» των ουρανίων φώτων δείχνει πως κάθε κτιστό φως υποχωρεί μπροστά στο άκτιστο φως του Χριστού.

Κατόπιν, η παραβολική εικόνα της συκής (24:32–33) διδάσκει διάκριση: όπως βλέπουμε τα φύλλα και καταλαβαίνουμε ότι πλησιάζει το καλοκαίρι, έτσι καλούμαστε να διαβάζουμε τα «σημεία» ως κλήση σε ετοιμότητα. Και όμως, ο Κύριος δεν επιτρέπει την αγωνιώδη χρονολόγηση. Το κλείσιμο της περικοπής είναι συγκλονιστικό: «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (24:35). Ο λόγος του Χριστού δεν είναι απλή διδασκαλία· είναι ζωοποιός δύναμη, αλήθεια που κρατά τον κόσμο όρθιο. Στη Μεγάλη Εβδομάδα, όπου πορευόμαστε προς το Πάθος, ο λόγος αυτός ακούγεται σαν στήριγμα: όλα αλλάζουν, όλα κλονίζονται, αλλά ο Χριστός μένει. Κι όποιος μένει σ’ Αυτόν, περνά από τον φόβο στην ελπίδα, από την ταραχή στη μετάνοια, και από τη φθορά στην προσδοκία της Αναστάσεως.

© 2026 π. Αντώνιος Μπεζαΐτης, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Στυλιανού Γκύζη Back To Top