Η περικοπή Ματθαίος 27:62–66 τοποθετείται χρονικά «τῇ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν», δηλαδή στο Σάββατο (εκείνη την χρονιά η ημέρα της προετοιμασίας για το Πάσχα συνέπιπτε με την παραμονή του Σαββάτου), όταν το σώμα του Κυρίου αναπαύεται στον τάφο. Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι προσέρχονται στον Πιλάτο με μια παράδοξη επιμονή: ενώ μόλις είχαν πετύχει τη σταύρωση του Ιησού, δεν ησυχάζουν. Ο φόβος τους δεν είναι απλώς πολιτικός· είναι πνευματικός, διότι η παρουσία του Χριστού, ακόμη και νεκρού κατά την ανθρώπινη φύση, ταράζει τη βεβαιότητά τους. Η καρδιά που αρνήθηκε το φως δεν αναπαύεται: ζητά πρόσθετες «ασφάλειες», νέες σφραγίδες, περισσότερους φρουρούς.
Λένε στον Πιλάτο: «ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν… μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι». Ακόμη και οι αντίπαλοι του Χριστού θυμούνται τον λόγο της Αναστάσεως, ενώ πολλοί μαθητές εκείνη την ώρα είναι βυθισμένοι σε θλίψη. Εδώ η Εκκλησία διαβάζει μια ειρωνεία μέσα στην θεία οικονομία: εκείνοι που θέλουν να εμποδίσουν την Ανάσταση, άθελά τους μαρτυρούν ότι ο Χριστός είχε προαναγγείλει το γεγονός. Το ψεύδος τους («πλάνος») δεν αναιρεί την αλήθεια των λεχθέντων από τον Ιησού. Η αλήθεια δεν εξαρτάται από την αποδοχή της· υπάρχει, ενεργεί, και θα φανερωθεί.
Ζητούν «ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας», επειδή φοβούνται μήπως οι μαθητές κλέψουν το σώμα και πουν ότι αναστήθηκε. Η Εκκλησία βλέπει εδώ δύο πράγματα. Πρώτον, την ψυχολογία της απιστίας: όποιος δεν θέλει να πιστέψει, προετοιμάζει «εξηγήσεις» πριν ακόμη συμβεί το γεγονός. Δεύτερον, την παιδαγωγία του Θεού: ο σφραγισμένος και φρουρούμενος τάφος γίνεται, κατά θαυμαστό τρόπο, πρόσθετη μαρτυρία της Αναστάσεως. Αν ο τάφος ήταν αφύλακτος, θα μπορούσαν ευκολότερα να κατασκευάσουν ένα επιχείρημα περί κλοπής. Με τους φρουρούς, τη σφραγίδα, την κρατική εμπλοκή, το ίδιο το σύστημα που πολέμησε τον Χριστό γίνεται ακούσιος μάρτυρας ότι η Ανάσταση δεν είναι ανθρώπινο τέχνασμα.
Ο Πιλάτος απαντά: «Ἔχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε, ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε». Η φράση φανερώνει και την αδυναμία της κοσμικής εξουσίας: παίζει τον ρόλο του ρυθμιστή, χωρίς να εισέρχεται στο βάθος του μυστηρίου. Η εξουσία μπορεί να σφραγίσει μια πέτρα, όχι όμως να σφραγίσει τη ζωή. Μπορεί να τοποθετήσει φρουρούς, αλλά δεν μπορεί να φυλάξει τον Άδη από την είσοδο του Ζωοδότου.
Το Μεγάλο Σάββατο είναι ακριβώς η ημέρα που ο Χριστός βρίσκεται «σαρκί μέν ἐν τάφῳ», ενώ ταυτόχρονα «ψυχῇ δὲ ἐν ᾍδῃ μετὰ λῃστοῦ», όπως ψάλλει η Εκκλησία. Η περικοπή με τον σφραγισμένο τάφο γίνεται εικονογραφία του μυστηρίου: οι άνθρωποι «κλείνουν» τον Χριστό μέσα στον τάφο, ενώ Εκείνος κατέρχεται ελεύθερα στον Άδη για να συντρίψει τις θύρες του θανάτου. Η σφραγίδα πάνω στην πέτρα μοιάζει δυνατή, όμως η πραγματική δύναμη εργάζεται αθέατα: η ζωή εισέρχεται στον χώρο του θανάτου για να τον καταργήσει.
Τελικά, «ἐσφράγισαν τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας». Η πράξη τους δείχνει το ανθρώπινο πάθος για έλεγχο: να ορίσεις τα όρια του Θεού. Στην Ορθόδοξη εμπειρία, όμως, ο Θεός δεν χωρά στα μέτρα μας. Ο σφραγισμένος τάφος προετοιμάζει τη χαρμόσυνη ανατροπή: όπως αργότερα ο αναστημένος Χριστός θα εισέλθει «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» στους μαθητές, έτσι και η Ανάσταση δεν εμποδίζεται από κλειδαριές, λίθους και φρουρές. Ο λίθος θα κυλιστεί, όχι για να βγει ο Χριστός (Αυτός ανασταίνεται με θεία εξουσία και εξήλθε από τον τάφο χωρίς κανείς να καταλάβει κάτι), αλλά για να μπουν οι άνθρωποι και να δουν: «οὐκ ἔστιν ὧδε».
Έτσι, η περικοπή του Όρθρου του Μ. Σαββάτου διδάσκει ότι η νίκη του Χριστού δεν χρειάζεται ανθρώπινη επιβεβαίωση, αλλά ο Θεός, με συγκατάβαση, μετατρέπει ακόμη και την εχθρική «ασφάλιση του τάφου» σε αποδεικτικό της αλήθειας. Η σιωπή του τάφου είναι γεμάτη έργο: είναι η ανάπαυση του Νέου Αδάμ πριν από την αυγή της νέας κτίσης.
