Ένας ηλικιωμένος χρυσοχόος εργαζόταν ήσυχα στο μικρό του εργαστήριο. Εκείνο το πρωινό μπήκε μέσα ένας νεαρός κρατώντας έναν χρυσό σταυρό.
- «Θέλω να τον πουλήσω», είπε βιαστικά. «Δεν τον φοράω ποτέ.»
Ο γέροντας πήρε τον σταυρό στα χέρια του. Δεν τον ζύγισε αμέσως. Τον κοίταξε προσεκτικά και χαμογέλασε.
- «Ξέρεις τι σταυρός είναι αυτός;»
- «Ένας χρυσός σταυρός… Τίποτα περισσότερο.»
Ο γέροντας κούνησε το κεφάλι.
- «Όχι, παιδί μου. Αυτός δεν είναι απλώς χρυσός. Είναι ο βαφτιστικός σου σταυρός.»
Ο νεαρός έμεινε σιωπηλός.
- «Τη μέρα που τον φόρεσες πρώτη φορά», συνέχισε ο γέροντας, «οι γονείς σου είχαν δάκρυα στα μάτια. Ο νονός σου ομολόγησε την πίστη για λογαριασμό σου. Ένας ιερέας προσευχήθηκε να γίνεις παιδί του Θεού και η Εκκλησία σε αγκάλιασε σαν νέο μέλος της οικογένειάς της. Αυτός ο σταυρός δεν αγοράστηκε μόνο με χρήματα. Είναι δεμένος με προσευχές, με ελπίδες και με αγάπη.»
Ο νεαρός κατέβασε το βλέμμα.
Ο χρυσοχόος ακούμπησε απαλά τον σταυρό πάνω στον πάγκο.
- «Αν θέλεις, μπορώ να σου δώσω την αξία του χρυσού. Αλλά δεν μπορώ να πληρώσω την αξία των ευχών που τον συνόδευσαν εκείνη την ημέρα. Αυτές δεν έχουν τιμή.»
Ο νεαρός πήρε τον σταυρό στα χέρια του. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια τον φίλησε.
- «Δεν ήρθα να πουλήσω τον σταυρό μου…» ψιθύρισε. «Ήρθα χωρίς να το ξέρω να θυμηθώ ποιος είμαι.»
Έφυγε χωρίς χρήματα.
Μα έφυγε πλουσιότερος από όταν είχε μπει.
Ο βαφτιστικός μας σταυρός δεν είναι ένα απλό κόσμημα. Είναι η πρώτη σιωπηλή μαρτυρία ότι ανήκουμε στον Χριστό. Ας μην τον φοράμε μόνο στον λαιμό μας, αλλά και στην ζωή μας.
