Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν ανάμεσά μας σαν να κουβαλούν μια ολόκληρη εποχή μέσα στις τσέπες τους. Δεν τους προσέχεις αμέσως. Είναι ήσυχοι. Σχεδόν διάφανοι.
Κι όμως, αν σταθείς για λίγο κοντά τους, θα ακούσεις τον χρόνο να ανασαίνει.
Στο παγκάκι ενός μικρού πάρκου είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να κρατά ένα λευκό γαρύφαλλο. Δεν το μύριζε ούτε το χάιδευε. Απλώς το κρατούσε, σαν να της κρατούσε εκείνο το χέρι. Στα χείλη της σχηματίζονταν λέξεις δίχως ήχο. Ένα αδιόρατο χαμόγελο ερχόταν και χανόταν, σαν κύμα που δεν βρίσκει ακτή.
Οι περαστικοί την προσπερνούσαν βιαστικά. Άλλοι από αδιαφορία, άλλοι από αμηχανία. Ίσως γιατί μας φοβίζουν οι άνθρωποι που συνομιλούν με όσα δεν βλέπουμε. Κι όμως, εκείνη δεν έμοιαζε χαμένη. Έμοιαζε να κατοικεί σε έναν τόπο όπου η αγάπη δεν υποτάσσεται στον χρόνο.
Τότε σκέφτηκα πως η μνήμη δεν είναι βάρος, όπως συχνά λέμε. Είναι μια αόρατη γέφυρα. Ενώνει όσους έφυγαν με όσους συνεχίζουν να περπατούν, όχι για να τους κρατήσει πίσω, αλλά για να τους θυμίσει πως τίποτα αληθινό δεν χάνεται όσο υπάρχει κάποιος να το θυμάται.
Ίσως, τελικά, η πιο βαθιά μορφή αγάπης να είναι αυτή που επιμένει σιωπηλά. Δεν ζητά απαντήσεις, δεν απαιτεί παρουσία. Αρκείται στο να υπάρχει, όπως το φως που μένει στον ορίζοντα λίγη ώρα ακόμη, αφού ο ήλιος έχει ήδη δύσει.
